Τέτοιες μέρες θυμάμαι έντονα από τις αφηγήσεις του, τη ζακέτα της γιαγιάς του Γιάννη, θυμάμαι και στιγμιότυπα από τον πατέρα του χωρίς να τους έχω γνωρίσει ποτέ. Μέσα από απίθανα μονοπάτια, συνδέσεις και δρόμους ζουν για πάντα μέσα μας εκείνοι που έφυγαν, και οι δικοί μας και οι αγαπημένοι των φίλων, για όσο τουλάχιστον εμείς θα τους επι -σκεπτόμαστε, νοερά.
27/10/15
24/10/15
12/10/15
resilience
Τίθεται κάποιες φορές μια ερώτηση, διατυπωμένη μισά προκλητικά μισά αφελώς, αν η χορήγηση σεροτονίνης κάνει αυτόν στον οποίο χορηγείται να χαίρεται ξαφνικά ή υπερβολικά πολύ, αν γελάει χωρίς καν λόγο, αν νιώθει ευφορία, ευτυχία και αρκετές αφηρημένες έννοιες που αρχίζουν από ευ- και, ως εκ τούτου, υπόσχονται κάτι όμορφο.
Θα έλεγα πως μια τέτοια ρηχή προσέγγιση - λόγω άγνοιας τις περισσότερες φορές - δεν απαντά καθόλου στον τύπο της βοήθειας που η σεροτονίνη δίνει, όπου βέβαια αυτή χρειάζεται. Στη μείζονα κατάθλιψη η ιδιαίτερη θλίψη που νιώθεις δε μπορεί να γίνει "δημιουργική" - αν αυτό μπορεί να το πει κανείς, δεν αποτελεί το έναυσμα ή το εφαλτήριο για να αντιμετωπίσεις την κενότητα που εξαρχής "τρώει" κάθε υποψία δημιουργικής σκέψης ή αντιμετώπισης, δεν είναι θέμα απόφασης ή μη, δύναμης θέλησης ή μη, να σηκώσεις το κορμί σου από εκεί που το άφησες πριν ώρες, να φας ή να κάνεις ένα μπάνιο - παραθέτω συνηθισμένα πράγματα της καθημερινότητας που υπό κανονικές συνθήκες δεν τα "σκεφτόμαστε". Δεν τίθεται θέμα "δύναμης" ή "αδυναμίας" χαρακτήρα που αρκετοί, αφελώς, ισχυρίζονται. Η σεροτονίνη δίνει μια "ανθεκτικότητα" στο βάρος της θλίψης που δε σε απασχολεί μόνο έντονα αλλά σε έχει ήδη συντρίψει. Η θλίψη συνεχίζει να υπάρχει μαζί σου (και να μοιάζει σα να σε έχει παγιδεύσει) εφόσον είσαι ζωντανός και παρών αλλά βοηθά να σε κρατήσει "ζωντανό", με την έννοια του ότι - αν μπορώ να το συνοψίσω με λόγια - "ναι, είναι αληθινή όλη αυτή η "έρημος" και η ακηδία ή, κάποτε, και ο απάνθρωπος τρόμος αλλά είναι βέβαιο ότι θα τη διασχίσεις και θα τελειώσει κάποτε και μέχρι τότε δε θα περπατάς σαν από κάτω να είναι κενό, υπάρχει το στέρεο έδαφος στο οποίο πατούσες και πριν την έναρξη των συμπτωμάτων".Συνοψίζοντας, αντέχεις να διασχίσεις αυτήν την έρημο όταν και η υποψία όασης ψυχανεμίζεσαι ότι είναι ακόμη μακριά.
5/10/15
Κρατούσε στο χέρι ένα σωρό εξετάσεις, από εκείνες που μπαίνουν σε κάτι μεγάλες υφασμάτινες τσάντες, "καθωσπρέπει". Ξέρεις, ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά πλησιάζοντας στο αυτί μου και ενώ βρισκόμασταν περίπου στον έβδομο καφέ από την αρχή της συνάντησης, ...μου είπαν ότι θα πεθάνω και θέλω να σε ρωτήσω κάτι που δεν στο έχω ρωτήσει ποτέ...αν με αγάπησες καθόλου αυτά τα χρόνια...γιατί θα πεθάνω και πρέπει να το ξέρω, αυτό, αλλιώς θα αναρωτιέμαι. Αυτό, ήθελα να σου πω...τόνισε, στο τέλος, με αμηχανία κι έναν αναστεναγμό ανακούφισης ότι το δύσκολο τώρα πια είχε περάσει - το μπαλάκι ήταν σειρά μου να δω τι θα το κάνω, τελοσπάντων να πω ό,τι είχα να πω. Εδώ είναι συνήθως η στιγμή που υποτίθεται ότι παγώνει ο χρόνος κι εσύ, χωρίς να ρωτηθείς, βλέπεις όλη την ταινία από την αρχή, λίγο fast forward ίσως σε σημεία επιφανειακά αδιάφορα και ανώδυνα για να συνεχίσουν μετά σε slow motion οι επικίνδυνες στροφές, οι περιδινήσεις, τα μετέωρα λόγια, η ηχώ από κάτι πολύ μακρινό, κάπου- κάπου συλλαβές κομμένες μόνο, αλλά που σε στοιχειώνουν ακόμα. Και ποιος είναι αυτός ο μεγαλόκαρδος με τη μεγάλη σκιά, ξαφνικά, που είναι ασκαρδαμυκτί έτοιμος να μοιράσει τις ευθύνες και τις αποφάσεις, γονιός του εαυτού σου κι ο εαυτός σου μαζί, μεγαλωμένος και αποφασιστικός, που ανέβηκε πια σχεδόν στην κορυφή του λόφου και τώρα του αποκαλύπτεται, πανοραμικά, το τοπίο; Πολύτιμος, ο χρόνος. Κι εμείς, πιο σοφοί.
11/7/15
όνειρο
Nα μην ξεχάσω το όνειρο: μετακομίζω πρόσφατα και πρώτος στο σπίτι έρχεται ο κ. Θ. Ερχόμενος, βρέχει έξω σιγανά και έχει μαζί του είτε αδιάβροχο είτε ομπρέλα - "θύμησέ μου να στο χαρίσω!", λέει, συγκινημένος, αλλά βλέποντας τα μάτια του συγκινούμαι κι εγώ και με πιάνει ο γνώριμος κόμπος στο λαιμό. Του λέω πως δε θα το δεχθώ αυτό το "δώρο" γιατί δε χρειάζεται να το κάνει. Η περιοχή είναι καινούρια και μοιάζει με κάτι σαν Χολαργό χωρίς να ξέρω ακριβώς πώς είναι ο Χολαργός στην πραγματικότητα. Έχει στοιχεία από ευρωπαϊκές πόλεις. Κάνω ένα γύρο τη γειτονιά για να τη μάθω, αφήνοντας στο σπίτι μόνο του τον κ. Θ. και λέγοντάς του πως θα επέστρεφα σε λίγο για να του δείξω το σπίτι και να τον ξεναγήσω στους χώρους του - ήταν μεγάλο, με ευρύχωρα μπαλκόνια και βεράντες. Βιαζόμουν να γυρίσω γιατί αν νύχτωνε δε θα είχαμε τη δυνατότητα να δούμε την κάθε λεπτομέρεια - ακόμα ακόμα ούτε εγώ είχα προλάβει να εξερευνήσω όλα τα δωμάτια. Τα πράγματα ήταν στη θέση τους αλλά υπήρχαν και μερικά για να τακτοποιηθούν και να βρουν το χώρο τους. Στη γειτονιά και σε απόσταση αναπνοής ήταν ένα μεγάλο σεξολογικό ινστιτούτο - είδα την επιγραφή και θυμήθηκα χαμογελώντας τον Θάνο. Ακριβώς δίπλα ένα φροντιστήριο νορβηγικών, μεταξύ άλλων γλωσσών και παραδίπλα ντελικατέσσεν με παράξενα προϊόντα - από φαγώσιμα με ιδιαίτερες μυρωδιές και συσκευασίες μέχρι περίεργα ρούχα και αξεσουάρ και ο χώρος/γειτονιά κάτι μεταξύ Νάπολης και Πλάκας. Πράσινοι σταυροί φαρμακείων αναβόσβηναν, οι δρόμοι γεμάτοι κίνηση. Οι τοίχοι των κτηρίων παλιοί και σαν από τερρακόττα, φουλάρια μακριά ανέμιζαν πάνω σε κούκλες δίπλα σε πίσω αυλές με κατσίκες και πρόβατα. Έκανα δυό-τρεις φορές την ίδια διαδρομή μέχρι να τη μάθω και στη στροφή, στο φανάρι, είχα αγωνία τι να γίνεται ο κ. Θ. στο σπίτι και αν είχε από μόνος του ξεκινήσει να περιεργάζεται τους χώρους. Ανοίγοντας την πόρτα, τον βλέπω να κουρεύει ένα αγόρι γύρω στα 12-13 και, τελειώνοντας, ο μικρός του δίνει την αμοιβή του και κάθεται μαζί μας στο τραπέζι, περιμένοντας και την άλλη παρέα που άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται. Σκέφτηκα αμέσως πως ο κ. Θ. είχε ακόμη ένα ταλέντο και πως αυτό το γεγονός θα μπορούσε στις αρχές να μας αποφέρει χρήματα - θα έκανε τον κουρέα.Του πρότεινα να μη χρονοτριβούμε άλλο και να του δείξω τους χώρους του σπιτιού. Του έδειξα ένα μεγάλο μπαλκόνι με φυτά που οδηγούσε σε μια πίσω αυλή με καταγής διάφορα παλιά αντικείμενα "ατάκτως ερριμμένα", που θα έλεγε και η Χ. Εκείνος στρέφει την προσοχή του στις πρίζες του σπιτιού και στον πίνακα και εγώ σκέπτομαι πως δεν είναι αυτά που θέλω να του δείξω οπότε τον παρακινώ, με ευγένεια, να ρίξει μια ματιά σε άλλα πράγματα στα οποία και δίνω εγώ περισσότερη σημασία. Το κουδούνι χτύπησε και ήρθαν δύο κοπέλες, καθηγήτριες της νοηματικής, μαζί με άλλα παιδιά και σιγά-σιγά καθίσαμε όλοι στο τραπέζι με το φωτιστικό να φωτίζει τα πρόσωπά μας. Η εποχή έμοιαζε με φθινόπωρο - σίγουρα όχι καλοκαίρι πάντως. Ρώτησα τη μια κοπέλα αν της ήταν δύσκολο να μάθει τη νοηματική, μιλώντας της κι εγώ με σήματα κι όχι με τη γλώσσα και, μπροστά στη δικαιολογημένη έκπληξή της, της ανέφερα πως έκανα κι εγώ κάποτε μαθήματα νοηματικής. Εκείνη χαμογέλασε κι απάντησε ότι δυσκολεύτηκε στην αρχή. Σχεδόν ταυτόχρονα, καθένας που πλησίαζε στο τραπέζι μας "μιλούσε" με νοήματα κι όλοι καταλαβαίναμε. Υπήρχαν αρκετά παιδιά στο τραπέζι, κυρίως αγόρια - ήταν σα να μαζευτήκαμε για μάθημα. Αλλά το μάθημα περιελάμβανε και μουσική κι εγώ, εκτός από κιθάρα, τους είπα ότι θα φέρω ένα ακκορντεόν για να τους συνοδεύσω στη μελωδία τους. Έμοιαζε να νυχτώνει και η παράταιρη παρέα είχε μαζευτεί στην κουζίνα - κάποιοι είχαν φέρει και τα ποδήλατά τους μέσα στο διαμέρισμα και τα είχαν "παρκάρει" σε μια γωνιά. Η γειτονιά δεν είχε ακόμη εξερευνηθεί γιατί έτρεχα με τις δουλειές και τους φίλους και δεν είχα προλάβει να τα μάθω όλα στην περιοχή. Ήταν μια παράξενη αρχή.
10/7/15
30/6/15
G - M. S
Μέσα σε όλα, εκείνες τις ημέρες ήρθε ο Guy-Michel. Αφού τον χαιρέτησα και θυμηθήκαμε το πώς είχε εκλάβει το περιστατικό με το ούζο, μου πρότεινε να πιάσουμε ένα τραπεζάκι για να καθίσουμε να μιλήσουμε ήσυχα. Του εξηγούσα και του εξηγούσα και όσο περνούσε η ώρα τόσο ελάφραινα μέσα μου γιατί έβλεπα ότι καταλάβαινε ό,τι του έλεγα. Με άλλα λόγια, του φαίνονταν απόλυτα λογικά όλ' αυτά κι έτσι έπαιρνα κι εγώ αναδρομικά τις απαντήσεις μου μέσα απ' αυτό το καθρέφτισμα. Ήθελε να μάθει για τον καιρό που πέρασε - έσκυβε να με ακούσει με προσοχή, όπως όταν δύο ισότιμοι συνομιλητές φέρνουν στο τραπέζι τις ιδέες τους. Καθώς του ανακοίνωνα τις προτάσεις κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά και όταν ήρθε η ώρα για να συνοψίσουμε έπιασε το τραπέζι με ανοιχτά τα χέρια, σα να ήθελε να το αγκαλιάσει. Ήταν λίγο υγρό στις άκρες, από νερά που είχαν πέσει από το δίσκο. Πήρε το ποτήρι με το υπόλοιπο νερό και το έριξε στο φυτό που φαινόταν να διψάει. Του φάνηκαν όλα σημαντικά και αυτό ήταν το έναυσμα για να συνεχίσω.
21/6/15
του Θανάση, εκείνος ξέρει...
Τόσο καιρό μετά και ύστερα από κοπιαστικές εργασίες η πληκτρολόγηση σου φαίνεται περίεργη, παράταιρη με την καθημερινότητά σου. Αλλάζουν οι προτεραιότητες. Δειλά, τα δάχτυλα, πάνε να ξαναβρούν το ρυθμό τους. Ίσως τελικά να είχες δίκιο όταν, μέσα στις μπερδεμένες σου σκέψεις, ανησυχούσες πόσο πουλάω το γάλα στην αγορά και μήπως οι μεγαλέμποροι με γελάσουν στην τιμή των φρούτων. Όσο πιο μακριά είσαι στα πράγματα, τόσο πιο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι βρίσκεσαι - κάπως έτσι δεν το έλεγε ο Ελύτης; Έχω να πιάσω τόσο πολύ καιρό ποίημά του, που το μυαλό σκαλώνει σε κάποιο καίριο στίχο - δε θυμάται τη συνέχεια.
Ένα γαλάζιο μπαλόνι, το πιο αθώο γαλάζιο που θα μπορούσες να φανταστείς, ήρθε και έκανε ένα απόγευμα γκελ ανάμεσα στα αυτοκίνητα που προσπαθούσαν να το αποφύγουν χωρίς να περάσουν από πάνω του ή να το πατήσουν. Παρατήρησα για λίγο τους οδηγούς - ταξιτζήδες, νταλικέρηδες και "συνηθισμένοι" άνθρωποι. Ποίηση μπορείς να συναντήσεις παντού, με κάθε αφορμή.
Κάτι νέο που έμαθα: στα σουηδικά, αυτό που είναι "δώρο" για τους Άγγλους (gift), για τους Σουηδούς είναι δηλητήριο. Ίδια λέξη, διαφορετική τελείως σημασία ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Πάντα μου άρεσε να παρακολουθώ τις κρυφές διαδρομές των λέξεων.
Σήμερα γιορτάζει το φως, η νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι. Συμβολικό. Εαρινή ισημερία. "Είθε να νικήσει το φως!", ευχήθηκε, πριν λίγο, και ο Νίκος, που σήμερα γιορτάζει.
3/6/15
13/12/14
3/12/14
29/11/14
Όταν η Σόνια συνάντησε την Ida...
ή αλλιώς : "χαμένοι στη μετάφραση". Εναλλακτικά: όταν η Ρωσία συνάντησε την Πολωνία....
Στον απελπισμένο θείο Βάνια του Τσέχωφ, απευθυνόμενη η Σόνια προς το τέλος του θεατρικού έργου, λέει με ένα μίγμα ελπίδας και βεβαιότητας ότι παρά τις δυσκολίες και όλες τις αντιξοότητες θα ζήσουν. "Θα ζήσουμε, θείε".... Στο τέλος της πολωνικής ταινίας Ida, ρωτώντας η κοπέλα κάποιον σχετικά με το μέλλον εκείνος της απαντά: "θα ζήσουμε", όμως παρά τις κάποιες ομοιότητες των δύο γλωσσών, η ακριβής μετάφραση από τα πολωνικά είναι: "αρχίζουν τα εμπόδια, οι δυσκολίες". Το ένα δεν αποκλείει το άλλο αλλά σίγουρα οι φράσεις δεν είναι ταυτόσημες.
28/11/14
26/11/14
9/11/14
Αγάπη, μόνο... (και ένα φιλί)
Μια απίθανα μουντή, φθινοπωρινή μέρα. Έμοιαζε με παρισινή, αν εξαιρέσεις το νερό που δεν έπεφτε σε ψιλές σταγόνες αλλά σε κανάτια. Αγγελόπουλος και Φλώρινα για να σου δώσω να καταλάβεις. Αν ήταν νύχτα, που δεν ήταν, το σκηνικό θα ήταν άνετα από φιλμ νουάρ. Στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου καθόταν η ξανθιά κοπέλα με το ταψί το παστίτσιο που ήταν ακόμα ζεστό. Το αυτοκίνητο θα μύριζε μετά για ώρες αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά του μοσχοκάρυδου. Αν πέσει αρκετό στο φαγητό, κάηκες - εκτός κι αν έχεις γερό στομάχι. Τα σκυλιά δεν ακούγονταν αλλά στην πραγματικότητα παραμόνευαν πίσω από το πορτάκι της αυλής, σαν εκείνα τα περίεργα παιδιά που βγάζουν παιχνιδιάρικα τη μισή μουρίτσα πίσω απ' την πόρτα να δουν τον επισκέπτη. Το πράσινο δερμάτινο παλτό έσταζε από τη βροχή μέχρι να μπω. Μια δυνατή μυρωδιά καφέ και δέρματος ερχόταν από μέσα. Αφέθηκα για λίγο σε μια φιλόξενη αγκαλιά, για δευτερόλεπτα. Μετά τοποθέτησα ό,τι είχα φέρει στο ωραίο τραπέζι του γραφείου. Μ' έβαλε να καθήσω κοντά στη τζαμαρία. Η βροχή έπεφτε κατά ριπές - πότε δυνάμωνε πότε λιγόστευε προς το απόγευμα. Από την καρέκλα του σκηνοθέτη έβλεπες το γκαζόν απέναντι, μια ωραία πράσινη ανοιχτωσιά που δε συνηθίζεται στις πόλεις. Κοιτούσα αρκετές φορές κάτω, το πάτωμα, κι αυτό από συστολή ή διάθεση για μια πιο ισότιμη ματιά με τον συνομιλητή. Πολλές ηλεκτρικές συσκευές, λάπτοπ, εκτυπωτής, τηλέφωνα σταθερά, τηλέφωνα κινητά, τηλεκοντρόλ...Βιβλία, χαρτιά, κλειδιά, συρτάρια, τσιγάρα, αναπτήρας. Το αιρ κοντίσιον έβγαζε αφύσικη ζέστη - λίγο να το έκλεινες, πάγωνες. Έπιανε να νυχτώνει. Ένα μελαγχολικό απόγευμα με μισάνοιχτο, φεύγοντας, ουρανό. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, θυμήθηκα μια ατάκα από μια ταινία που με είχε σημαδέψει όταν την είχα πρωτοδεί, στην εφηβεία μου: je t' offre de ce qui existe, ce que je peux de meilleur.
Είναι περίεργο. Τη νύχτα αυτή σε είδα σε όνειρο, πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Μετά τα γεγονότα εκείνου του Αυγούστου. Θυμάμαι ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, άγνωστος χώρος. Κάπως παλιός. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι απαλό σιέλ, λαδομπογιά. Τους θυμάμαι καλά γιατί από' κεί πιάστηκα καθώς έπεφτα κάτω. Δεν ξέρω για ποιο λόγο είχα πάει σ' αυτό το χώρο ούτε με ποιον μιλούσα στην κουζίνα όταν ένιωσα πίσω μου μια παρουσία. Γύρισα το κεφάλι μου και σε είδα. Κρατούσες το όπλο του πατέρα σου και με σημάδευες ακαθόριστα, χωρίς να με κοιτάζεις. Εγώ πάλι, σε κοίταξα στα μάτια. Μετά είδα το όπλο. Ήταν τόση η έκπληξή μου που δεν πρόλαβα να φοβηθώ. Ήσουν σιωπηλός κι ανέκφραστος. Έριξες αμέσως, τρεις φορές. Οι δύο, συνεχόμενες, στη δεξιά μου πλευρά και μια με βρήκε αριστερά. Είχα την αίσθηση ότι οι σφαίρες άνοιξαν μέσα στο σώμα μου σε πολλά μικρά κομμάτια. Σήκωσα τα χέρια, κάπως για να στηριχτώ, κι εκεί ήταν που ακούμπησα στους τοίχους. Ήταν στενός ο διάδρομος. Ένιωσα έντονο κάψιμο και μετά σαν κάτι να διαλυόταν μέσα μου και να έσβηνε. Μου ξαναέριξες και μου φάνηκε τότε σα να σκότωνες και τον εαυτό σου μαζί. Σε κοίταξα με απορία για τελευταία φορά καθώς έπεφτα. Καθώς τα μάτια μου έκλειναν, το τελευταίο πλάνο ήταν ένας άσπρος ουρανός πίσω σου, στο παράθυρο.
8/11/14
Στους αδελφούς Καραμάζωφ - και όχι Καραμαζώφ - κάπου λέει ο Φέντια ότι εφόσον ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα "επιτρέπονται". Το ρήμα είναι κάπως παρεξηγήσιμο και βούτυρο στο ψωμί για τον άθεο, τον υλιστή, τον άκριτο αντιρρησία. Αλλά ο μεγάλος ανατόμος της ψυχής, ήξερε πολύ καλά τι έλεγε και κυρίως το πώς το έλεγε. Αυτή η παγκόσμια φρίκη μέσα στην οποία ζούμε, η χωρίς πάτο, είναι η αναπαράσταση της ασυδοσίας που τη νομίσαμε για αυτοπροσδιορισμό και ελευθερία.
7/11/14
19/10/14
8/10/14
Emmerich Kalman
Ο γάτος με ονοματεπώνυμο. Που δε φοβόταν παρά ελάχιστους, ανάμεσα σ' αυτούς κι εμένα. Αρκετά κρύα βράδια μου κράτησε συντροφιά, όταν πήγαινα να κοιμηθώ στο σπίτι του πατέρα μου. Είχε διασωθεί, μωρό, ένα βαρύ χειμώνα, μετά από χιονοθύελλα, ο μόνος από την γατοοικογένειά του. Μικρό, λευκό πηγούνι, ροζ-κουφετί μύτη, υπέροχα μάτια. Όταν ανέβαινε στο κρεββάτι, ενιωθα το βάρος του πάνω στην κουβέρτα και μετά το δυνατό του γουργούρισμα. Τον θυμάμαι, καχύποπτο, πάνω στο ψυγείο, να επιτηρεί την κίνηση του σπιτιού, να παραφυλάει στην εξώπορτα πότε θα βγει έξω αλλά μόλις έβλεπε τα σκούρα - ένα λευκό, άγριο γάτο που φοβόταν - να θέλει να ξαναμπεί, "σφαίρα", μέσα. Κάποιες φορές τον περίμενα με τις ώρες να γυρίσει για να του βάλω να φάει και να του δώσω τα χάδια του. Τον λέγαμε "βλάχο", χαϊδευτικά, επειδή ήταν γεννημένος σε χωριό κι ίσως επειδή είχε πολύ δυνατή φωνή και μακρόσυρτη. Όταν χαιρόταν, μου έκανε κάτι λιγωμένα "αααααααχ-αααχ-αχ!", που μ 'έκαναν να γελάω. Καθώς ξεκλείδωνα για να μπω στο σπίτι, τον φώναζα χαρούμενα για να του αναγγείλω την άφιξή μου - Έμμεριιιιιιιιιχ;;;;" κι εκείνος μου απαντούσε πως εκεί ήταν, με τους πρωτότυπους, κοφτούς αναστεναγμούς του. Τότε τον έβλεπα να ξεπροβάλει στην άκρη της σκάλας, λίγο περίεργος, λίγο καχύποπτος αλλά πάντα στο τέλος κέρδιζε η εμπιστοσύνη και η αγάπη και ερχόταν να περπατήσει στη ράχη του καναπέ - σαν για να κατοπτεύσει τον γύρω χώρο - ώστε να προσγειωθεί μετά στα πόδια μου με ασφάλεια και ν' αρχίσει το "ζύμωμα". Ένας ιδιαίτερος γάτος. Εγώ τον έλεγα "σοφό" γιατί ζούσε μέσα στα βιβλία του πατέρα μου. Αγαπητέ κύριε Έμμεριχ, σε αγάπησα τόσο πολύ. Κάποια μέρα εύχομαι να σε ξαναδώ.
5/10/14
Από την είσοδο μέχρι την έξοδο μέτρησα κάπου σαρανταπέντε οργυιές. Λάσπη παχιά, όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο ή, αλλού, χώμα κατάξερο και πατημένο. Ο αέρας, δροσερός, μετά τη μπόρα, με χάιδευε στο πρόσωπο, ανακάτευε κι άλλο τα μαλλιά μου. Αναζητούσα σημάδια, ίχνη μιας παλιάς εποχής μέσα στις αποθήκες με τα πιθάρια και το λέβητα. Εδώ το κόκκινο ποδήλατο, εκεί οι κίτρινες ρακέττες, οι στροφές γύρω από τις τσιμεντένιες κολώνες και τα θεμέλια. Οι πόρτες, καλολαδωμένες, δεν έτριζαν αλλά πού και πού έβλεπες ιστούς αράχνης πάνω τους. Έτεινα με προσοχή το αυτί μου ν ακούσω κάποιο ψίθυρο ή έναν αντίλαλο, μια φωνή, κάτι. Τίποτα. Κανένα σημάδι στους τοίχους, στο δάπεδο ή στον αέρα ότι εδώ κάποτε υπήρξε χώρος μαρτυρίου. Μέχρι που σκέφτηκα παιδιά να τρέχουν και να γελάνε ανέμελα. Στάθηκα στην άκρη χαμογελώντας, σαν τον ξενιτεμένο που επιστρέφει κάποτε και ατενίζει ό,τι στερήθηκε, με την ικανοποίηση ότι ο κύκλος ολοκληρώθηκε.
4/10/14
22/9/14
"...έτσι σ' έχω κοιτάξει που μου αρκεί, να 'χει ο χρόνος όλος αθωωθεί..."
Τέλος παιδικής ηλικίας - περισσότερο αρχή εφηβικής. Ο μικρός τρέχει με το ποδήλατο - πίσω ακολουθώ εγώ με το αυτοκίνητο. Στο τέλος του δρόμου, στη στροφή, θα στρίψει αριστερά ή δεξιά και περιμένω να δω το σώμα του να ελίσσεται κάπως, προς μια κατεύθυνση. Δεν έχω παρατηρήσει αν κρατάει κάτι μέχρι που τον βλέπω να σηκώνει αριστερά το χέρι του, εν είδει φλας, ώστε να ειδοποιήσει τον πίσω προς τα πού πηγαίνει. Στο χέρι κρατά ένα τριαντάφυλλο με μακρύ κοτσάνι, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο. Καθώς υψώνει το χέρι του βλέπω μαζί και την "προέκταση" - τριαντάφυλλο να κοιτάζει προς τον ουρανό και μετά το παιδί να στρίβει με ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό του, όσο μπόρεσα να το δω. Δώρο του απογεύματος σα σκηνή από ιταλικό σινεμά.
21/9/14
Επισκέφθηκα διστακτικά, αλλά με λαχτάρα, το καλοκαίρι των 9 μου χρόνων. Αν είχε διασωθεί σε κείμενο, θα ταίριαζε σε αυτήν την επίσκεψη το επίρρημα "ακροθιγώς". Όλα ήταν εκεί. Ακόμη και οι παιδικοί μου φίλοι, τα τζιτζίκια, ενώ έχει έρθει η εποχή τους να σωπάσουν, σα να έκαναν μια εξαίρεση, χαιρέτησαν θερμά και έπιασαν τις ερωτήσεις. Τελικά ένας ξενιτεμός μπορεί να μοιάζει και με αυταπάτη.
24/8/14
σημειώσεις επί άρτου
Τελικά αυτό το ενδιαφέρον απόσπασμα που έλεγες ήταν του Τερέντιου. Ολόκληρη φιλολογία τελειώσαμε αλλά πώς να θυμάσαι τους πάντες. Μου κάνει εντύπωση που ακόμα θυμόμουν αρκετά λατινικά όταν με έβαλαν να ελέγξω τα βιβλία εκείνης της παμπάλαιης βιβλιοθήκης.
Από τα πιο τραγικά πράγματα ανάμεσα στους ανθρώπους είναι η συναισθηματική τους αναπηρία όταν τη συναντάς, σε όλο της το μεγαλείο. Καθολική και άσχημη. Στεγνό και άγονο χώμα. Πάντα θα με εκπλήσσει σαν την πρώτη φορά.
Μαθαίνω νέες λέξεις, σαν το νεογέννητο που θέλει να επικοινωνήσει με τα πρόσωπα που το φροντίζουν και ψάχνει το μέσον.Το "διαρμίζω" σημαίνει τακτοποιώ, συγυρίζω. Πόσο δυνατό ρήμα!Έκανα καιρό να το μάθω αλλά το έμαθα εν τέλει. Θυμάμαι και το παιχνίδι με τις λέξεις στο Talgo - ό,τι πιο ερωτικό να μπαίνεις στο οικείο γλωσσικό περιβάλλον του άλλου. Μου αρέσει και το "ξεσέρνω" αλλά και το "ξεγυρεύω". Επίσης: "κορτσούδι, καραμελούδες, γαλατούδ΄".Μια νέα, ζεστή γλώσσα. Σα ζεστό πανωφόρι σε παγωμένο κορμί.
Έχω καιρό να ακούσω νέα της 'Άννας αλλά και της Λένας.
Σκεπτόμουν ότι ένας εφιάλτης δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο παρά ένας άλτης πάνω από την Έφη. Αυτό μου έδωσε αφορμή για σκέψη μέσα στη μέρα και με παρακίνησε να συνεχίσω εκείνη τη μισοτελειωμένη μετάφραση. Σε αυτό εδώ το σημείο είναι που αναρωτιέσαι ότι το κείμενο δεν έχει συνοχή και τι θέλει να πει ο ποιητής αλλά το γνωρίζω ήδη αυτό. Περίμενες κανένα αριστούργημα; Αυτά τα γράφεις εσύ.
Όταν λες "σεντόνι" έπρεπε λογικά να σήμαινε στ' αγγλικά ότι στέλνεις κάτι με τον Tony (send - Tony). Με το ίδιο σκεπτικό και στο ίδιο μοτίβο, μια λάμπα (lamb) μπορεί να είναι ένα θηλυκό αρνί. Γελάω με την έκφραση του προσώπου του Δημήτρη όταν πιάνω να του εξηγήσω το νέο μας λεξικό.
Ο πατέρας κουράστηκε και τα πολλά βιβλία δεν τον αναπαύουν πια. Σκέφτεται να γίνει μελισσοκόμος, δυτικά της Εδέμ. Είναι, λέει, μια πολύ έξυπνη και συναισθηματική κοινωνία, αυτή των μελισσών, και θέλει να μαθητεύσει πρώτα στον μαστρο-Γιάννη για να μάθει τα κόλπα τους και τις συνήθειές τους. Έχει αγοράσει τα κατάλληλα βιβλία και όλο μαθαίνει για τα έντομα.Τι θα τα ταϊζεις; - τον ρωτώ. Αρισμαρί και μέλι, απάντησε, αμέσως.
Ο Μαρκιανός έχει πέσει πάνω στις δικογραφίες να τις τελειώσει και γράφει στο "κελλί" του, λυσσωδώς. Όσες φορές μου φωνάζει από το γραφείο ότι έχει "ακόμα έναν βιασμό" με αγριεύει - ακόμα να το συνηθίσω. Όταν θέλει να ξεμουδιάσει, πηγαίνει σε διανυκτερεύοντα φούρνο - ωραία, η αιτιατική... - και πλακώνεται στις ζεστές μπαγκέτες. Τον καταλαβαίνω όσο κανένας. Σε μένα φέρνει πάντα γάλα. Δε μιλάμε ποτέ για το παιδί. Κάνουμε πως δε μας είπαν τίποτα.
Άρχισα να τρώω κανονικό φαγητό εδώ και λίγες μέρες και νομίζω πως αυτό ,από μόνο του, είναι ένα επίτευγμα.
Εσύ, μη σκεφτείς ούτε καν από παρόρμηση να κάνεις πως θες να μάθεις . Το μαντεύεις άλλωστε ήδη πως αυτό θα το κράταγα για το τέλος.
10/8/14
Καμιά φορά βρίσκεσαι μέσα σε μια υπόγεια στέρνα ή - κάποτε - σε ορυχείο ή σε χυτήριο και, απουσία φυσικών δυνάμεων ή ερεθισμάτων, στην καλύτερη περίπτωση εικάζεις αλλά μόνον εικασίες μπορείς να κάνεις για την πορεία μιας ασθένειας ή μιας περίπτωσης. Όλα είναι υπό συζήτηση και όλα ανατρέπονται στη στιγμή. Μπορεί έτσι ή μπορεί αλλιώς. Κι ο αστάθμητος παράγοντας πάντα. Το περαστικό είδωλο στον καθρέφτη είναι ό,τι απέμεινε όρθιο κι ό,τι έχει μείνει ζωντανό. Σου έρχεται να του χαϊδέψεις λίγο το πρόσωπο και κάνεις μια δαχτυλιά πάνω στο τζάμι. Κι ενώ θα ήθελες κάποια ψήγματα, έστω, δεδομένων ακριβώς τώρα δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη που να ευσταθεί. Ο "παράδεισος" έχει χαθεί και ίσως μοιάζει αυτό ανεπιστρεπτί. Αλλά για να χαθεί, έχει προηγουμένως υπάρξει. Βάσει αυτού θα κρατηθείς και θα σηκωθείς όρθιος.
30/7/14
Η πανίδα των φαντασιώσεών μας, η θαλάσσια χλωρίδα τους, αφήνεται στο ρεύμα και μεγαλώνει σε αφθονία στις υποφωτισμένες ζώνες της ζωής μας, όμοια με χοντρές πλεξούδες σκοταδιού. Εδώ εμφανίζονται και οι φάροι του μυαλού, που εξωτερικά μοιάζουν με λιγότερο αγνά σύμβολα. Η πύλη του μυστηρίου ανοίγει μ' ένα άγγιγμα της αδυναμίας μας και μπαίνουμε στο σκοτεινό δωμάτιο. Ένα λάθος βήμα, μια λάθος λέξη, αποκαλύπτουν τις σκέψεις μας.
14/7/14
Επιστρέφεις πίσω όπως όταν άφηνες το σπίτι την ώρα του σεισμού, δίχως να ξέρεις αν και πότε θα γυρίσεις και - το κυριότερο - τι θα βρεις μετά. Στο διάδρομο ρίχνεις μια φευγαλέα ματιά στο μεγάλο καθρέφτη του Αντρέι και το είδωλο σού έρχεται πίσω σαν ξένο. "Ξενούλα". Ποια είναι αυτή που μου ζωγραφίστηκε στο τζάμι; - θυμάσαι, τον ποιητή. Και σου απαντά ο ίδιος, από την άλλη συλλογή, πως μάλλον είναι το παιδί, παιδάκι με τα καστανά μαλλιά. Τρυφερό και κατεργάρικο στο βάθος, χωρίς περίβλημα. Επιζώ σημαίνει δυό φορές ζωή.
14/5/14
20/3/14
ημέρες ποίησης
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, "Όταν σε περιμένω"
19/3/14
ημέρες ποίησης
Πόσο πολὺ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα
και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους...
πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.
Νίκος Γκάτσος, Αμοργός
6/2/14
"σερενάτας"
Σήμερα ο μικρός μου είπε πως θα μπορούσε για μένα να χτενίσει μια παπαρούνα. Αφού επικράτησε ενός λεπτού σιγή για να καταλάβω τι ήθελε να πει ο ποιητής μου, τον ρώτησα κάνοντας πως μάλλον καταλαβαίνω: ααα, τόσο όμορφα; Όχι, διόρθωσε, σε τόνο αυστηρό, με μιαν αίσθηση ότι είχε απέναντί του έναν ακόμη ανόητο μεγάλο...Τόσο απαλά. Τόσο προσεκτικά. Τόσο που δε γίνεται άλλο.
5/2/14
les mots
Το απορριμματοφόρο του δήμου, κάθε ξημέρωμα, φορτώνει το χθεσινό βάρος λέξεων που ειπώθηκαν αλλά πάλιωσαν ή πετάχτηκαν. Γράμματα συνωστίζονται ανάμεσα στις μαύρες σακούλες των σκουπιδιών. Εδώ ένα όμικρον σαν ανοιχτό στόμα πονεμένου, εκεί ένα πι κάπως γερτό σαν ετοιμόρροπο κομοδίνο. Γιώτα που λύγισαν από το βάρος κι απέκτησαν τελευταία στιγμή τη γνώριμη καμπύλη της μαγκούρας κι όλα τα νι σαν τα πουλιά που, όταν αδειάσει το φορτηγό στη χωματερή, θα πετάξουν ψηλά πάνω απ' την πόλη.
1/2/14
όνειρο Ιανουαρίου
Επιστρέφοντας αργά τη νύχτα χαρούμενοι,ανεβαίνουμε γρήγορα τα σκαλοπάτια μαζί με Κωνσταντίνο,Ρένα,Ιωάννα - ίσως μαζί μας να είναι και ένα ακόμη άτομο,μπορεί ο Δημήτρης. Φτάνουμε στον τρίτο όπου υποτίθεται πως είναι η πόρτα του σπιτιού.Είναι μόνη της στον όροφο και σα να στέκεται μόνον αυτή στο τέλος της σκάλας - δεν υπάρχει αριστερά ή δεξιά καθόλου χώρος να περπατήσει κάποιος - τα σκαλοπάτια σε βγάζουν κατευθείαν στο διαμέρισμα.Γελώντας ακόμη με τους φίλους μου,προσπαθώ να ανοίξω την πόρτα αλλά ένα χέρι από μέσα πιάνει το πόμολο και ανοίγει απότομα.Βλέπω πίσω από την πόρτα τη γιαγιά και τρομάζω - δεν ήταν κάτι που ήθελα να δω,γνωρίζοντας καλά πως είναι πεθαμένη.Κάνω να τραβήξω - από το φόβο μου - την πόρτα προς το μέρος μου, η γιαγιά όμως προσπαθεί επίμονα ν' ανοίξει την πόρτα από την πλευρά της και αυτό γίνεται άλλες τρεις φορές.Έχει περισσότερη δύναμη από μένα κι έτσι καταφέρνει και ανοίγει την πόρτα.Ξαφνικά οι φίλοι φεύγουν από το πλάνο και μπαίνω στο διαμέρισμα μόνον εγώ.Στο βάθος οι γονείς μου,αμίλητοι,ακίνητοι,σαν παρούσες/απούσες φιγούρες. Κοιτάζουν ανέκφραστα τα γεγονότα.Η γιαγιά είναι όπως ήταν - ίσως και λίγο πιο γεμάτη απ όσο ήταν στην πραγματικότητα.Φοράει ένα ασπρογάλαζο νυχτικό, κάτι που επέτεινε μέσα στο όνειρο την εντύπωση του ότι ήταν νεκρή μεν - ωστόσο πολύ ζωντανή.Μπροστά μας είναι κάτι σαν ντιβάνι σε χρώμα εκρού (νεκρού;;;),κάπως τετραγωνισμένο,πλατύ κρεββάτι.Μου θύμισε έναν παλιό καναπέ που είχα στο προηγούμενο διαμέρισμα στο οποίο έμενα.Υποτίθεται πως εδώ είχε χαλάσει και πως θα το πετούσα στα σκουπίδια.Όμως η γιαγιά το είχε κάπως "ανασυνθέσει",σαν να το είχε φτιάξει πάλι καινούριο.Είχε ξεφτίσει και "φαγωθεί" με τα χρόνια και με τη χρήση αλλά η γιαγιά το είχε επιδιορθώσει.Μου κάνει ένα νόημα και μετά μου λέει κάτι σαν "να,βλέπεις;το έφτιαξα" αλλά δεν έχω κάποιο συναίσθημα και σίγουρα όχι χαρά διαπιστώνοντάς το.Θα έλεγα ότι με αφήνει αδιάφορη το γεγονός.Οι γονείς συνεχίζουν να κοιτάζουν στο βάθος τα τεκταινόμενα.
Τώρα μπαίνουμε σε άλλο όνειρο ή μπορεί και να πρόκειται για τη συνέχεια του πρώτου.Είμαι μέσα σε αυτοκίνητο,συνοδηγός. Οδηγός είναι η Αριάδνη Λ.. Μεγαλύτερη από μένα,ξανθιά,με μακριά μαλλιά. Δε μοιάζει Ελληνίδα.Εγώ ξεφυλλίζω ένα περιοδικό και φαίνεται να είμαι ήρεμη.Πηγαίνουμε να βρούμε το αυτοκίνητό μου κάπου στη βόρεια Αττική. Γνωρίζω ότι το έχω σταθμεύσει εκεί με...τηλεκίνηση. Υποτιθεται πως ήξερα ότι του τελείωνε η μπαταρία, κι ενώ το έβλεπα να κινείται, από μακριά και μια μέρα πριν,σκέφτηκα να το "καθ-οδηγήσω" να σταματήσει κάπου στα δεξιά του δρόμου για να μην εμποδίζει την κίνηση, εάν τυχόν σταματούσε ξαφνικά στη μέση του δρόμου.Όμως δε θυμόμουν πού ήταν αυτή η περιοχή, που ήταν το αυτοκίνητό μου σταματημένο κι έτσι,πηγαίνοντας με την Αριάδνη θα το ψάχναμε. Πλησιάζοντας στην υποτιθέμενη περιοχή γυρίζω και τη ρωτάω:'"νιώθεις ωραία που θα το ψάξουμε μαζί;" - ή κάτι τέτοιο - κι εκείνη μου ένευσε πως ναι.Υποτίθεται πως ξέρει το αυτοκίνητό μου και, καθώς περνάμε από κάτι σαν μάντρες αυτοκινήτων ή υπαίθρια πάρκινγκ, η Αριάδνη φωνάζει ενθουσιασμένη δυο-τρεις φορές "να το!" - όμως δεν είναι εκείνο. Καμιά φορά νομίζω κι εγώ από μακριά κοιτώντας,πως πρόκειται για το δικό μου αυτοκίνητο αλλά πλησιάζοντας τα βλέπουμε "χτυπημένα" και παλιά και βεβαιωνόμαστε πως δεν πρόκειται για το δικό μου.Εξάλλου κοιτάζουμε και τις πινακίδες για να σιγουρευτούμε και είναι όλες ΙΜΥ ή ΙΧΥ ή κάτι τέτοιο ενώ το δικό μου είναι τελείως διαφορετικό.Ρωτάμε και κάποιους περαστικούς για τους δρόμους και καταλήγουμε να κάνουμε το γύρο των τετραγώνων για να φτάσουμε πάλι στο ίδιο μέρος όπου και βλέπουμε με σχεδόν ανησυχία ότι το αυτοκίνητο είναι άφαντο.Τότε ξαφνικά είμαστε εκτός του αυτοκινήτου της Αριάδνης και κατεβαίνουμε πολλά σκαλοπάτια,όπως στα σοκάκια του Ναυπλίου ή της Κέρκυρας και όλο και κατεβαίνουμε και δεν σταματούν οι σκάλες.Αλλά είμαστε σχεδόν χαρούμενες,σα μικρά κορίτσια.Προφανώς συνεχίζουμε να ψάχνουμε αλλά αισθανόμαστε και την ελευθερία ότι μπορούμε να μετακινηθούμε πιο άνετα.
Δε θυμάμαι άλλο.
23/1/14
Συμβαίνει ξαφνικά, εν τη ρύμη του λογου, σε ένα lapsus linguae και σίγουρα χωρίς να το είχες σχεδιάσει ή σκεφθεί. Φαίνεται πως εν αγνοία σου, ειρήσθω εν παρόδω, είχε έρθει από καιρό εκείνη η στιγμή, όταν αβίαστα ανέφερες κάτι αδιάφορα, σαν μια ακόμη πληροφορία. Κάποιοι άνθρωποι παίρνουν σιγά-σιγά τη θέση τους στην ανυπαρξία και γυρνούν στο απόλυτο μηδέν, εκεί δηλαδή που τους είχες πρωτοβρεί πριν θελήσεις να τους τιμήσεις.
3/1/14
"Γρήγορα. Προτού ξεθωριάσουν οι εικόνες. Ή σταματήσουνε άξαφνα - κι η ταινία, η φθαρμένη, κοπεί..."
Στη βορινή βεράντα του εδώ σπιτιού έσκυψα παραξενεμένη και με προσοχή, πάνω από δυό-τρία χρυσάνθεμα ανθισμένα - περίεργο για τέτοια εποχή. Πώς δεν τα είχα προσέξει νωρίτερα; Δε θυμόμουν να υπήρχαν από πιο πριν εκεί. Ένα λευκό με μια κάπως κρεμ απόχρωση κι ένα σε αχνό κίτρινο σαν το πράσινο τσάι που πίνω.Το άλλο δεν το θυμάμαι αλλά μάλλον υπήρχε και τρίτο, λίγο πιο πίσω.Οι λεπτές ρίζες ήταν γυμνές, σα γυμνά καλώδια και σα ριζίδια δοντιού και κρέμονταν μέσα στις ειδικές πλαστικές τους θήκες. Μου έκανε εντύπωση που τα λουλούδια διατηρούνταν έτσι χωρίς εμφανή σημάδια ποτίσματος και με τις ρίζες σχεδόν στον αέρα. Παρ' όλα αυτά, κομμάτια χώμα απότιστο κάλυπτε μεγάλο μέρος του ριζικού συστήματος.
Στη δεύτερη σκηνή ακούγεται φασαρία και αναταραχή στο βάθος, κάπου έξω από το πατρικό σπίτι. Σκύβοντας μέσα από τα κλαδιά και πλησιάζοντας είδα την παλιά μου συμμαθήτρια πάνω σε φορείο και δύο άντρες που με προσοχή έσερναν το σιδερένιο κρεββάτι πάνω στο δρόμο.Τι να συμβαίνει, αναρωτήθηκα, περισσότερο παραξενεμένη παρά ανήσυχη, και τότε ένας τύπος με ρώτησε αν αυτό ήταν πράγματι το παλιό μου σπίτι. Ένευσα καταφατικά και τότε έφεραν ως μέσα στην αυλή το φορείο με την κοπέλα επάνω. Αριστερά και πάνω κρεμόταν ένας ορός που έσταζε στη φλέβα αργά και βασανιστικά το ζωτικό του περιεχόμενο. Η νέα γυναίκα, με μισόκλειστα μάτια, φαινόταν ταλαιπωρημένη και ζαλισμένη από τον κόσμο που είχε,εν τω μεταξύ, συγκεντρωθεί εκεί γύρω και πάνω της. Παραμέρισα μερικούς. Έσκυψα και τη ρώτησα τι συνέβη και τότε μου είπε ψιθυριστά ότι είχε παρασύρει με το αυτοκίνητό της έναν νεαρό χωρίς όμως τώρα να ξέρει την τύχη του,τι απέγινε.Φοβόταν τα χειρότερα. Ρωτούσε με αγωνία και σηκώνοντας τα μάτια αλλά στιγμές-στιγμές βυθιζόταν στην ημιλιπόθυμη κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Ήταν φανερό ότι πονούσε, είχε και εκείνη κάπου χτυπήσει.Ο κύριος Αστερίου εμφανίστηκε τότε, με καφέ σακάκι και λίγο σπρώχνοντας τον κόσμο, ανήσυχος και σα νευρικός. Τι ρωτάς; - μου λέει, δε βλέπεις τι γίνεται; Μάλλον δε μιλούσε μόνο για τη στιγμή εκείνη αλλά και μεταφορικά - αυτό κατάλαβα μέσα στο όνειρο.
Η όλη σκηνή εξαφανίστηκε από μπροστά μου έτσι όπως απότομα εμφανίστηκε σε πρώτο πλάνο. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο κιόλας. Συγκράτησα τα όμορφα χρυσάνθεμα που ζούσαν παρά τον άνεμο,τη δίψα και το μετέωρο του πράγματος, σε πείσμα του καιρού και των συνθηκών.Το συντομότερο θα τα τοποθετούσα σε γλάστρες.
17/12/13
en vrac...
Ακολουθώντας σήμερα το μήνυμα "σύμβαλλε κι εσύ στην ανακύκλωση" - άσχημη αυτή η προστακτική στο αυτί, ε; - πέταξα ένα σωρό πράγματα και χαρτιά από τα συρτάρια μου, έναν ικανό αριθμό σελίδων (récentes mais qui datent aussi depuis longtemps) που μπορεί άνετα να πιάνει τριψήφιο νούμερο. Κι όπως λέει και ο αδελφός μου υπάρχει έτσι χώρος για το νέο υλικό. Η Ήρα σήμερα έτρωγε κινέζικο σκυμμένη στον καναπέ και, ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στα μηνύματά της, με κοίταξε αφηρημένα. Έπειτα συνέχισε να τρώει σα να μην υπήρχε αύριο. Έχει ένα τόσο δα προσωπάκι λες κι είναι ένα πολύ μικρό παιδάκι. Ο μικρός μού έφερε από το σχολείο ένα πορτοφόλι φτιαγμένο στο χέρι από κάτι περίεργα υλικά κι ήταν βέβαια μια μάλλον ακατέργαστη κατασκευή αλλά εμένα μου φάνηκε πολύ αριστοτεχνικά φτιαγμένο. Γουστάρω πολύ αυτήν την ηθελημένη παραποίηση της πραγματικότητας. Καμιά φορά, δε θέλεις ή δε χρειάζεσαι άλλη αντικειμενικότητα. Ξέχασα να σου πω σήμερα, μια που σε ενδιαφέρουν πολύ θέματα ιστορίας, μυθολογίας κλπ.,ότι έμαθα πως τη γυναίκα του Λωτ την έλεγαν Εύα αλλά από τότε που τον παντρεύτηκε τη φώναζαν όλοι ΕυάΛωτη. Η εξαδέλφη της πάλι λεγόταν Ευανάγνωστη, επειδή το επώνυμο του άντρα της ήταν Αναγνώστου. Φιλιά.
15/12/13
12/12/13
καταγραφή ονείρου
Είχα στο αυτοκίνητο τη Δήμητρα και τη γιαγιά που ήταν σα ζωντανή αλλά γνώριζα πως είχε ήδη πεθάνει. Αμίλητη και καθισμένη στο πίσω κάθισμα, κάτι σαν ήρεμη δύναμη και σαν αφετηρία. Βρεθήκαμε νύχτα σε κάποιο φαρμακείο. Είπα της Δήμητρας - που δεν το συνήθιζε - να βγει να πάρει δυό-τρία πράγματα που χρειαζόμουν και συνεχίσαμε για το σπίτι του Γρηγόρη. Όταν φτάσαμε, κατέβηκα να τον χαιρετήσω κι ήταν η νύχτα δροσερή σα νύχτα του καλοκαιριού που θέλεις να ρίξεις κάτι πάνω σου. Βγήκε από το σπίτι και ήρθε προς το μέρος μου σχεδόν ανέκφραστος. Δεν προλάβαμε να πούμε δυό λόγια και τότε η Βίκυ πετάχτηκε από μέσα σα να για να ελέγξει την κατάσταση, αν όλα πήγαιναν καλά με το σύντροφό της. Αφού με χαιρέτησε κάπως κρύα, με σκανάρισε από πάνω μέχρι κάτω. Νομίζω πως φορούσε κάτι σαν άσπρη, μακριά ζακέτα που την τραβούσε και με τα δύο της χέρια να καλύψει το στήθος της - η κίνηση που κάνουμε όταν κρυώνουμε και το ρούχο δε μας αρκεί ή όταν είμαστε σε άμυνα, όταν είναι κάτι άβολο. Σκέφτηκα πως όταν θα έφευγα θα έλεγε του Γρηγόρη φανταστικά πράγματα και ανακρίβειες για μένα, από αυτά που οι άντρες συχνά πιστεύουν εύκολα. Δε μ' ένοιαζε καθόλου. Σκέφτηκα μάλιστα ότι επανορθωτικά όνειρα όντως υπάρχουν.
3/12/13
Let me tell you about winds...
Εκείνη τη νύχτα έφερνε ο αέρας όλη την άμμο της θάλασσας στη στεριά κατά ριπές ενώ το πρόσωπό μας παρέμενε παγωμένο και νοτισμένο από τα σταγονίδια του νερού. Όρθιοι βλέπαμε τις αστραπές να πέφτουν πλάγια και να καταποντίζονται και υπολογίζαμε από μέσα μας το χρόνο μέχρι ν' ακούσουμε τις βροντές. Αστέρια φυσικά δεν υπήρχαν - το μόνο που θύμιζε αστέρι ήταν το επώνυμο Αυγερινός κάποιου από την παρέα. Προσπαθούσαμε να ζεσταθούμε κρατώντας ευβλαβικά, σα να θέλαμε να περισώσουμε, τις κούπες το τσάι με το κονιάκ μέσα στις παλάμες - εύσχημος τρόπος για να ζεστάνουμε τα χέρια μας.Θυμήθηκα εκείνη τη σκηνή από τον Άγγλο ασθενή, εκεί που ο Fiennes της λέει να τον αφήσει να της μιλήσει για όλους τους ανέμους και την προέλευσή τους. Απ' όλους μ' άρεσε ηχητικά ο "γκίμπλι", γρήγορος σαν πείραγμα και σαν παιχνίδι - σίγουρα καλύτερος από τον "χαρματτάν" που έφερνε για μένα πάντα κάτι το απειλητικό μαζί του.Ίσως να έφταιγε το "σκληρό", ηχητικά, χι στην αρχή, σε συνδυασμό με τα δύο ταυ και το απότομο τέλος σα να φτάνεις ξαφνικά στο χείλος ενός γκρεμού.Ίσως και η δυσκολία εκείνης της νύχτας,σε συνδυασμό με την αυπνία και την κούραση, να δυναμίτιζε την ήδη αχαλίνωτη φαντασία μου. Μπορεί και επειδή δεν ήθελα άλλο να σκέπτομαι τα πρακτικά θέματα. Μέσα στο σχεδόν σκοτάδι που φωτιζόταν στιγμές-στιγμές σαν από φωτορυθμικά, ξεχώρισα την κορμοστασιά του παιδιού που στρεφόταν πότε στον έναν και πότε στον άλλον για περισσότερες πληροφορίες και βοήθεια. Ηταν ένα παιδί όπως όλα τ΄ άλλα της ηλικίας του αλλά αυτός έμοιαζε ξεχωριστός. Μιλούσες με τον κόσμο,σχεδόν ουρλιάζατε μεταξύ σας για ν΄ ακουστείτε. Δεν ήταν ο τόπος και η στιγμή να σε ψάξω μέσα στην αμμοθύελλα, το σκοτάδι και το κρύο για να σου πω πως αν για κάτι ήμουν περήφανη ήταν για το αγόρι μας. Η φωτιά που μας ζέστανε, πίσω από το πρόχειρο κατάλυμα, σε συνδυασμό με την αυγή, διέλυσαν κάθε φόβο.
29/10/13
το πρόσχημα...
Mερικοί άνθρωποι είναι τόσο "βόδια" που ζέχνει ό,τι κι αν σου πουν, με το προκάλυμμα της ευγένειας ή της ειλικρίνειας, της εξομολόγησης ακόμα-ακόμα. Αλλά τα βόδια τουλάχιστον είναι τόσο αθώα. Αν σε πατήσουν, θα' ναι κατά λάθος. Μοναδική πάντα έννοια: να μη μοιάσεις στο τέρας. Ουδέτερο, γενικό και αόριστο, στην ουσία χωρίς γένος και αριθμό έτσι όπως στοχευμένα εισβάλλει στη ζωή σου. Καμιά φορά, μόνο και μόνο για να μην πεις ότι δεν έδωσες την ευκαιρία στα συγκεκριμένα άτομα αλλά και στον εαυτό σου να καταλάβει, επιχειρείς κάτι ενδιαφέρον: τείνεις τη μπουκιά το "δόλωμα" και περιμένεις λίγο ή περισσότερο. Η ανταπόκριση έρχεται γρήγορα και αβίαστα. Σαν εμετός.
20/10/13
ταξίδι στα χρόνια
(Μathieu Mondoux - Gallerie)
Ίσως η αλήθεια να είναι ότι έχουμε ήδη πεθάνει, πολλά χρόνια πριν, εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή της απάτης ή της αυταπάτης, της πτώσης ή της έκπτωσης. Έκτοτε καμία ανάκαμψη δε θα μπορούσε να θεωρηθεί σημάδι αξιοπρεπούς συνέχειας, με την ίδια έννοια που η ολοφάνερη ύπαρξη λευκού σημαδιού σε μια μεγάλη λύση δέρματος αποδεικνύει την τομή ανάμεσα στο πριν και στο μετά. Και μόνο η ύπαρξή του, αναιρεί την απρόσκοπτη - εδώ ανέφελη - πορεία.
16/10/13
σελίδα ημερολογίου
Με διαφορά χρόνου επισκέπτομαι τα μέρη που έζησες και αγάπησες για πρώτη φορά. Φαίνεται πως ο συγχρονισμός δεν είναι το πιο δυνατό μου σημείο - από το βήμα μέχρι την επιθυμία. Προχθές νοίκιασα ένα αυτοκίνητο - θυμάσαι πώς το έλεγε, μοναδικά, η Corky;! - και προχώρησα δυτικά, όλο και πιο δυτικά. Τότε ήταν που μπερδεύτηκε και ο Ελύτης σε όλο αυτό και θυμήθηκα το Δυτικά της λύπης. Στο άκουσμα κάποιου πράγματος που είναι "δυτικό" μου έρχεται πάντα στο νου ένα σκιερό κομμάτι γης και μια ανατριχίλα με διαπέρασε - πέρα από τα ποιητικά και άλλα συναφή, ίσως να είναι απλώς το φθινόπωρο. Είχα ανοίξει αρκετά το παράθυρο. Ο αέρας στριφογυρνούσε και μου έφερνε μέσα στο πρόσωπο τα μακριά μου μαλλιά. Δεν είχα πρόχειρο χαρτομάντηλο - τα χρησιμοποίησα για να σκουπίσω τα μάτια μου. Πού είσαι να με δεις να τρέχω στις λεωφόρους και στους μακρείς, φιδίσιους δρόμους με τους χάρτες για οδηγό. Στο δρόμο παλεύω ν' ανοίξω με τα δόντια ένα χυμό cranberry ,δεν τα καταφέρνω και το κόκκινο υγρό χύνεται πάνω στο άσπρο μου Τ-shirt. Πίσω στο loft με αντιμετωπίζουν σαν τραυματία. Είναι αστείοι αλλά καλοί οι άνθρωποι εδώ. Τόσο καλοί ίσως κι επειδή δε φτάνει ο χρόνος να τους γνωρίσεις περισσότερο. Ρουφάω κάθε τι που προσλαμβάνω σα να έχω μετά να γράψω μια έκθεση επί του θέματος και να μη θέλω να χάσω καμία λεπτομέρεια. Κι είμαι σχεδόν σίγουρη πως θα με ρωτούσες να σου πω πώς μου φαίνονται όλα αυτά εδώ κι έτσι θέλω να έχω όλες τις απαντήσεις, όλα τα sos που θα λέγαμε και στο σχολείο. Έχω την αίσθηση πως τ' ατέλειωτα χιλιόμετρα δρόμου με εξαγνίζουν κι εξαϋλώνουν μ' έναν τρόπο και φτάνω στο τέλος σκονισμένη αλλά ικανοποιημένη σα να έχω πληρώσει ακριβά διόδια και ν' άξιζε τον κόπο. Κάνε μου μια χάρη, παραμέρισε λίγο τα πράγματά μου στη θέση του συνοδηγού, ρίξτα πίσω στην ανάγκη, κι ανέβα επάνω. Σε δέχομαι και χωρίς να μιλάς. Πού θέλεις να σε πάω;
15/9/13
impéné - trouble
Όταν μιλάει κανείς όχι τη γλώσσα που πρωτομίλησε, χρησιμοποιεί μονωτική ταινία ανάμεσα στη λέξη και το περιεχόμενο.
Κάπως σα να λέει ακόμη και τα πιο σπουδαία πράγματα με μουδιασμένο στόμα.
Όταν μιλάω την άλλη γλώσσα είναι σα να έχω κάνει ένεση στη σημασία - δόντι.
Μερικές φορές αυτό είναι το ζητούμενο.
Ξανά το ίδιο σκηνικό.
Έχω στ'αυτιά μου ζωντανά τα συχνά "δηλαδή" και τα μακρόσυρτα "ε" της Όλιας,
διστακτικά σαν τη φλόγα κεριού που τρεμοπαίζει αλλά δε σβήνει.
Όλο και περισσότερο
η μικρή σκιά με τη μπλε φανέλα και το πορτοκαλί σορτσάκι
απομακρύνεται από το υπόγειο.
Με ρωτάς πώς είναι τώρα αυτό.
Ακούω όπως αγαπώ
και
βλέπω όπως αισθάνομαι.
31/8/13
11/8/13
μικρός Αύγουστος
Ήθελε τρεις γεύσεις παγωτό, όπως παλιά. Η παραγγελία ήταν σαφής. Εύκολο. Μου τα έβαλαν στην ειδική τσάντα με την ασημί επένδυση για παγωμένα. Μια πολυθρόνα στο τέλος του κήπου και διαγώνια, πριονισμένα ξερά κλαδιά κάτω στην είσοδο - εικόνα που μου θύμισε χειμώνα. Το γκαζόν είχε αρχίσει να ποτίζεται και μύριζε γη. Έφτασα πριν τη δύση, κοντά εκεί. Ένα αστείο με τον γραφικό τελάλη του απογεύματος. Περιμένοντας την ώρα του φαγητού, μικρές συζητήσεις με αγνώστους γι' ανθρώπους που δε γνώριζα. Κόκκινα ποτά με ανθρακούχο νερό στα ποτήρια, σα βυσσινάδα και σα μανδύας. Έτσι που φωτιζόταν το υπόγειο κάτω απ' τα πόδια μας κι εμείς καθόμασταν στο ημίφως, στο μισοσκόταδο, έλεγες πως ήμασταν πάνω σε σχεδία που επιπλέει στο νερό μιας λίμνης και συνταξιδεύουμε. Επιπλέαμε χωρίς τέχνη. Άπνοια και κοντινές φωνές αγνώστων από το δρόμο.Υπό κάποια γωνία,το τρεμάμενο φως των κεριών έκανε τα πρόσωπα τρομακτικά. Παρατηρούσα τα παιδιά - στιγμές-στιγμές ήταν όλο μάτια και σιωπές. Μετά που ξάπλωσαν κουρασμένα, έγιναν πάλι παιδάκια της ηλικίας τους. Η σιωπή έπεφτε ανάμεσά μας σα χοντρή λάσπη και μας τείχιζε. Μπορεί και να μας στοίχιζε - δεν ξέρω. Καταφεύγω σε αυτό που μου είναι οικείο, το λογοπαίγνιο. Σχεδόν τίποτε δεν προμήνυε το μπουρίνι που θα ερχόταν - ο καλοκαιρινός ουρανός έμοιαζε ξάστερος και τόπους-τόπους ροζ και γαλακτώδης. Η μεγάλη κουρτίνα του κήπου άρχισε να χορεύει σαν τρελή στον αέρα και πράγματα του τραπεζιού εκσφενδονίστηκαν σε καλεσμένους χωρίς εκείνοι να προλάβουν να το σκεφτούν ούτε να αντιδράσουν. Από τότε μου έμεινε ένας βαθύς φόβος για το ανέφελο στερέωμα, το χρόνο μηδέν και τη μηδενική βαθμολογία.
6/8/13
λόγος ιδιωτικός
Δε θα μπορούσα ποτέ να πιστέψω ότι κάποτε θα μου ζητούσες τη φωτογραφία του γιού σου σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, με τόσα να έχουν αλλάξει στο ενδιάμεσο και τον ίδιο να λείπει. Είδα το ποιητικό ντοκυμαντέρ, θα φαντάζεσαι ποιο, και πολύ με συγκίνησε και ο λόγος σου και η εικόνα. Σε όλα αυτά τα χρόνια μετράω τις απουσίες τις εκεί και τις εδώ κι είναι αλήθεια αυτό που μου έγραψες - ότι πολλά μας άλλαξαν. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα τώρα να σε αναγνωρίσω αμέσως μέσα σ' ένα πλήθος ανθρώπων γιατί έχω ακόμη στο μυαλό μου την ανυποψίαστή σου εικόνα με το κίτρινο πλεκτό πουλόβερ εκείνης της μέρας. Ο χρόνος έχει αναγκαστικά παγώσει εκεί όπως και σε κείνα τα δροσερά λουλούδια που έκλεβα από τον κήπο για να σου τα προσφέρω. Θα πρέπει να συνυπολογίσω τις αγωνίες, την πίκρα και τις λύπες στα σημάδια του κορμιού κι ακόμη πιο βαθιά. Δε θα με αναγνώριζες σίγουρα εύκολα ούτε σύ. Όμως το χαμόγελο θα παραμένει το ίδιο, με μιαν ίσως λιγότερο φωτεινή απόχρωση. Σε σκεπτόμουν συχνά όλα αυτά τα χρόνια, με τρυφερότητα. Και σε νοιάζομαι, πάντα. Πες πάντα. Πάντα. Παιδί, παιδάκι με τα καστανά μαλλιά. Σου' μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά. Σου'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά. Πόσο ταιριαστό...Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου.
3/8/13
11/7/13
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















































