15/5/18


Tα βράδια της προχωρημένης άνοιξης - ή αλλιώς τα προχωρημένα βράδια της άνοιξης - μας έβρισκαν κοντά στη μαύρη θάλασσα με τη μυρωδιά του τηγανητού και του ούζου να κοιτάζουμε τον ασημένιο περίπατο του φεγγαριού πάνω στα νερά. Περνούσαμε μέσα από τις καλαμιές που μύριζαν ξύλο και δάσος και υγρασία, κάτι σαν κέδρο μαζί με κάτι χωμάτινο. Μεριές-μεριές, ο αέρας έφερνε μυρωδιές από πρόβατα και κατσίκες και μου θύμιζε τις ωραίες αναμνήσεις σαν πηγαίναμε στου θείου του Λευτέρη. Η μυρωδιά των ζώων, το ότι ήταν ξαπλωμένα στο παχνί τους και στις αποθήκες έκανε τα πράγματα απλά και τους έδινε τη σωστή σημασία τους. Κι είχα τον γκιώνη φίλο και συνένοχο, κάθε βράδυ σε κείνα τα μέρη. Η βουκαμβίλια - γιατί κάποιοι τη λένε μπουκα- ;;; - έκανε επίσης παρέα στα διαβάσματά μας παλιότερα, τις νύχτες που η Δ. πάλευε να μείνει με τα μάτια ανοιχτά μέχρι να τελειώσει όλη τη Βιολογία. Μια νύχτα, μου έλεγε, για να καταφέρει να μείνει ξύπνια, είχε πάρει μια βελόνα και τρυπούσε τον κόμπο στο δάχτυλό της, ανάμεσα δείκτη και παράμεσο, και από τότε της έμεινε μια μεγάλη μαύρη ελιά στο χέρι, να μας θυμίζει τη σκληρότητα που αντιμετωπίζαμε κάποιες φορές τον εαυτό μας γιατί δεν ξέραμε και τίποτε άλλο. Αλλά ήρθε φέτος ο W. και μου έλυσε όλες τις απορίες και είμαστε πια φίλοι, γιατί εκείνος μπόρεσε να δει τις σκιές που κάνουν οι παλάμες όταν πλησιάζουν ή απομακρύνονται η μια από την άλλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου