07/11/2009

αφιερωμένο όπου θέλω...

06/11/2009

επαναπροσδιορισμοί - επαναδιατύπωση...


Η νύχτα δεν είναι νύχτα - μια μέρα με έκλειψη είναι.


Το πρωί μπορεί να είναι μια μακριά αναμονή κάπου, κάποτε και μια εκδρομή μπορεί να είναι.Ένας θόρυβος που σου φαίνεται ατέλειωτος .



Μεσημέρι είναι ένας άνθρωπος με τα χέρια στη μέση που ζυγίζει την υπόλοιπη δουλειά του.Κι ένας αετός που ζυγιάζει τα φτερά του πάνω από κάποιον απότομο βράχο εστιάζοντας κάπου,μεσημέρι είναι.


Απόγευμα η ανάσα του πολεμιστή. Η μυρωδιά μιας μαργαρίτας.



Και,βράδυ,το τραγούδι των δέντρων καθώς φυσάει ο άνεμος.Το μακρινό κουδούνι ενός προβάτου.Ο αναστεναγμός του σκύλου.Το τρίξιμο των ξύλων στο τζάκι.

04/11/2009

στιγμιότυπο 2


Σιγοβρέχει κι εγώ γλείφω ένα-ένα τα δάχτυλά σου.Τα φυτά εδώ έξω μεγαλώνουν μόνα τους, με λίγη φροντίδα και νερό - δεκάρα δε δίνουν για τα τεκταινόμενα. Να θυμάμαι μόνο να αδειάζω το περισσευούμενο νερό από τα πιατάκια τους - καραδοκεί και εδώ η σαπίλα, μη νομίζεις. Γύρω μυρίζει κάπως μπαρούτι. Αρωματικό όμως ,σαν τη λεβάντα για το σκώρο και άλλα ζωύφια. Νιώθω παράξενη ηρεμία ώρες-ώρες, σα να είμαι ένας απλός παρατηρητής. Και μάλλον είμαι. Πέρα βρέχω.


30/10/2009

στιγμιότυπο


Καθώς ζήτησαν τον τίτλο από την υπάλληλο, έμεινα να τους περιεργάζομαι στα κλεφτά, δυο-τρεις γρήγορες ματιές πάνω τους πριν αποφασίσουν να πάνε προς το ταμείο.Ήταν σα να έψαχνα "αποδεικτικά", πρώτη φορά έβλεπα ένα κάποιο "περίβλημα". Θυμάμαι κυρίως τον τύπο, όχι τόσο τη συνοδό του. Πίσω του ακριβώς κάποια στιγμή και καθώς στεκόμουν κι εγώ στην ουρά, έμεινα να περιεργάζομαι το τζιν παντελόνι του, το μπουφάν του.Ήταν πραγματικός; Μου ήρθαν στο μυαλό τα λόγια του Jeremy Irons, σε κείνη την ταινία, λίγο παραλλαγμένα για την περίπτωση που είχα τώρα μπροστά μου. Κι όμως, δε θα τους έριχνες δεύτερη ματιά αν τους έβλεπες στο δρόμο, μέσα στον κόσμο να περπατάνε.Όμως στη σκέψη μου είχε γιγαντωθεί το ψευδώνυμό τους,γιατί κάποιο πρέπει να είχαν μέσα στο Διαδίκτυο. Δύο πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι... Μου φάνηκαν μικροσκοπικοί στη ζωή έξω.Φαίνεται πως όλα τα μεγεθύνει ο φακός και το μυαλό μας.

29/10/2009

ήμερες νύχτες


Τις νύχτες, για να είμαι ακριβής προς το ξημέρωμα, συναντώ σχεδόν κάθε φορά και σε διαφορετικό χώρο, σπίτι ή γραφείο, ανθρώπους που θα έπαιρνα όρκο πως πριν δεν τους γνώριζα αλλά που κατά έναν μυστήριο τρόπο και λόγο έχω μαζί τους μιαν οικειότητα εκπληκτική. Τους διδάσκω κάποια ξένη γλώσσα ή τους μαθαίνω να μιλάνε. Άλλοτε πάλι κουβεντιάζουμε φιλικά. Αστειευόμαστε, με κερνάνε καφέ και γλυκό. Τις ωραίες μέρες με βγάζουν στον κήπο τους ή στη βεράντα και εκεί αποτυπώνω την κάθε λεπτομέρεια στο μυαλό μου - από την κούπα Celadon του τσαγιού, εκείνη με τα φρούτα, μέχρι το ποδαράκι του τραπεζιού. Εγώ, που σε κανονικές συνθήκες δεν προσέχω συνήθως τις λεπτομέρειες ή είμαι αφηρημένη. Οι εικόνες έχουν μιαν απίστευτη καθαρότητα, το ίδιο και οι φωνές. Αν καθήσω να περιγράψω την κάθε συνάντηση, η περιγραφή και μόνο των αντικειμένων και των προσώπων θα μου πάρει ολόκληρες σελίδες. Συνήθως συζητάμε για κάτι ενδιαφέρον, υπάρχει ένα ευχάριστο κλίμα στην ατμόσφαιρα, ένα σιγανό βουητό από ψιθύρους, τέτοιο που να σε χαλαρώνει. Σαν όταν έχει μόλις τελειώσει ένα γεύμα, ψίχουλα και πετσέτες λερωμένες από κόκκινο κρασί πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται και που κάθονται ακόμα μαζί. Δε θα μπορούσα να βάλω καλύτερο τίτλο στην ανάρτηση από έναν τίτλο γαλλικού βιβλίου που διάβασα καμιά εικοσαριά χρόνια πριν. Λέξεις που κυλάνε αβίαστα. Μέσα στο πρωϊνό όλη αυτή η δραστηριότητα σβήνει σιγά-σιγά, διαλύεται, για να έρθει η επόμενη νύχτα, με τις δικές της κάθε φορά συνευρέσεις.
Ξαπλωμένο φουρτούνιαζε το φεγγάρι
Όλο το βράδυ πευκοβελόνες ψιθύριζαν στο τζάμι
Τώρα θορυβούν σπουργίτια ασταμάτητα
Καθώς ξυπνώ στο πρωινό σκοτάδι
Χάνονται στο φως οι λέξεις, εικόνες ανώνυμες μένουν
Το λευκό χαρτί της ψυχής μπουκώνει μελάνι
Συλλαβές ανασύρω απροσδιόριστης ευκρίνειας
Καθώς το χέρι οργισμένο θερίζει ψήγματα
Γλιστρούν οι λέξεις κι αδιάβατες μένουν
Μόνον στα όνειρα τρέχουν τα λόγια χείμαρρος
Στη δίνη βουλιάζουν, στη σκοτεινιά της μνήμης
Και μένει κρύσταλλο στο κενό που πληγώνει
Και πληγώνει,
Αφού οι λέξεις στην ερημιά χάνονται του κόσμου,
Στην ερημιά μιας άδηλης πραγματικότητας.
(Πρόδρομος Μάρκογλου, Κενά μνήμης)

19/10/2009

ας είναι μια πολύ καλή μέρα!

17/10/2009

όλα η βροχή τα λέει...

08/10/2009

σκέψεις για το blogging


Έχω την εντύπωση - για να μην πω πεποίθηση - ότι τα blogs δείχνουν τη νέα μορφή επικοινωνίας και εκτός Διαδικτύου. Καθημερινά ή σχεδόν, όλοι εμείς στη λεγόμενη "μπλογκόσφαιρα", επικοινωνούμε μέσω σχολίων, μπαίνουμε ο ένας στο μπλογκόσπιτο(sic) του άλλου και συχνά προσπαθούμε να μαντέψουμε το "πρόσωπο", το "ανάστημα του άλλου", πίσω από την οθόνη, ανάμεσα στις γραμμές. Θέλουμε όμως και πραγματικά να τον συναντήσουμε;(εντός αλλά και εκτός εισαγωγικών το ρήμα). Διαβάζουμε εκατοντάδες συγγραφείς στη ζωή μας, από συντάκτες άρθρων σε εφημερίδα μέχρι μεγάλους δημιουργούς και δε νομίζω πως θέλουμε συχνά να τους συναντήσουμε και στην πραγματική ζωή, σε πραγματικό χρόνο. Οι ψυχολόγοι μάλιστα καθώς και διάφοροι ειδήμονες της επικοινωνίας και κοινωνιολογίας μάς εξηγούν ότι αρκετές φορές άλλο είναι το προφίλ του συγγραφέα και άλλο πώς είναι ο ίδιος στην καθημερινή του ζωή. Μπορεί να είναι ένας ενδιαφέρων δημιουργός αλλά βαρετός ή και ενοχλητικός ως άνθρωπος, ως σύντροφος, ως πατέρας.
Στις αρχές των blogs, μερικά χρόνια πιο μπροστά, έβλεπα κάπως πιο συγκρατημένα τα σχόλια, λίγο απόμακρα - με την καλή έννοια - με την απόσταση που οφείλει να χωρίζει τον αναγνώστη από τον συγγραφέα. Από ένα σημείο και μετά - δε μπορώ να το προσδιορίσω χρονικά - μου φαίνονταν υπερβολικές κάποιες συναισθηματικές εκδηλώσεις μετάξύ των bloggers, του εαυτού μου μη εξαιρουμένου αρκετές φορές, "πιεζόμενοι" κατά κάποιο τρόπο από τη γενική ευφορία(!) που διακατείχε όλους. Η αγάπη μοιραζόταν απλόχερα, φλογερά φιλιά "δίνονταν" μακρόθεν, ζεστές αγκαλιές, προσφωνήσεις τύπου μωρό μου, αγάπη μου, μάτια μου, ψυχή μου, φιλενάδα, φιλάκια,"καλό μου" - ειδικά αυτό το τελευταίο φορέθηκε πολύ. Αναρωτιέμαι: έχει γίνει τόσο τζάμπα το συναίσθημα και η καλωσύνη, η χαρά, η τόσο καλή διάθεση; Πού ήταν κρυμμένη αυτή η απλοχεριά; Η ανάγνωση αυτών των εκφράσεων μας ωθεί και εμάς στην "τζάμπα" εκδήλωση και έκφραση παρόμοιων προτάσεων; Μήπως εκμαιεύουμε κατά κάποιο τρόπο ένα δωρεάν συναίσθημα από τον Άλλον, τον όποιο άγνωστο επισκέπτη, καθώς η ζωή γίνεται όλο και φτωχότερη, όλο και πιο "λίγη"; Και, εν τέλει, αυτό μας φτάνει για να "βγάλουμε" τη μέρα; Κουρασμένοι καθώς είμαστε, σωματικά ή - κυρίως - ψυχικά,επιβάλλουμε σχεδόν, κάτι ρηχό, που να μη σημαίνει και τίποτα ουσιαστικό; Δεν έχω έτοιμες απαντήσεις - μόνο αναρωτιέμαι. Για να μη θέτω όμως μόνο ερωτήματα αλλά να απαντώ κιόλας, να πω εδώ ότι με εξέπληξε ακόμα και ο ίδιος μου ο εαυτός σε εκφράσεις μεγάλης συμπάθειας προς ανθρώπους με τους οποίους "συνομιλώ" γραπτώς, μέσω σχολίων, τα τελευταία δύο χρόνια και που γνωρίζω πως δε θα συναντήσω ποτέ για τους Χ λόγους.Ίσως απλά δε θέλουμε να ιδωθούμε, δεν το έχουμε ανάγκη τελικά κι ούτε λαχταράμε να το κάνουμε. Με αυτό το σκεπτικό μπορούμε να ζήσουμε τα υπόλοιπά μας χρόνια γράφοντας ο ένας στο blog του άλλου αβρότητες και να τελειώσουμε χωρίς να έχουμε στην κυριολεξία πάρει μυρωδιά τον άλλον.Δεν το κατηγορώ αυτό απαραίτητα. Μου φαίνεται περίεργο, απλώς, και γι αυτό το λόγο το μοιράζομαι μαζί σας.Πολλές φορές γυρνάει στο μυαλό μου η σκέψη πως για πολλούς από μας η κάθε νέα ανάρτηση είναι το πρόσχημα για μια νέα καλημέρα ή καλησπέρα,που θα "αναγκαστούν" να μας την πουν έτσι κι αλλιώς, για ένα διαδικτυακό δωρεάν φιλί ή χαμόγελο που το ξεχνάμε ακριβώς αμέσως μετά τη στιγμή που το δώσαμε.Θα σας στοίχιζε, πιστεύετε, αν γράφαμε χωρίς σχόλια; Θα έχανε το νόημά του αυτό το πάρε-δώσε μεταξύ μας; Κι αν κάποιος αναρωτηθεί προς τι τότε οι αναρτήσεις, θα τον ρωτούσα αν πιστεύει ειλικρινά πως τα σχόλια, στην πλειοψηφία τους, γίνονται αφορμή για έναν διάλογο επί της ουσίας ή πρόκειται για μια παραπάνω "υποχρέωση" ή και στείρα συνήθεια στη ζωή μας.

05/10/2009

αφιερωμένο σε όλους εμάς



"Η καρδιά της, τα όνειρά της προβάλλουν στην οθόνη
Κι η κραυγή της λέξεις κάνει για να μη νιώθει μόνη
Μα όλοι οι φίλοι, μόνο εικόνες

Σ’ έναν κόσμο ηλεκτρικό που δε χωρώ
Πως βγαίνουν από δω, ποιος είναι ο κωδικός του
Μέσα μου καλώδια γυμνά
Περνάει η μοναξιά και χάνεται στο φως του

Κι όλοι μέσα στο παιχνίδι με λόγια κι υποσχέσεις
Μία μάσκα θα φορέσω μαζί μου για να παίξεις
Δίχως ρίσκο η αγάπη

Μου γελάς, μα δε σε βλέπω
Κι όλα μοιάζουν μαγικά
Μου γελάς, μα δεν αντέχω
Τα καλώδια στην καρδιά".








"J' ai son image
J'ai son e-mail
Son cœur au bout du clavier

J'ai son visage
Et l'envie d'elle
Sans jamais l'avoir touchée

Dois-je sauver ? (dois-je sauver ?)
Ou bien abandonner ?

Pomme C
Un homme et une femme
Et c'est tout un programme
Un ciel artificiel
Pomme qui m'allume
Et qui me quitte
On s'aime trop vite
Le vice et le virtuel

Elle m'écrit
Mais mon écran
Formate les sentiments

Mais j'imagine
Qu'une machine
Ne peut que faire semblant

M' A D S L
N'est pas vraiment réel

Pomme C
Un homme et une femme
Et c'est tout un programme
Un ciel artificiel
Pomme qui m'allume
Et qui me quitte
On s'aime trop vite
C'est le vice et le virtuel

Un peu d'amour, copier coller
Un peu d'amour, pomme C
Un peu d'amour télécharger
Un peu d'amour à sauver
A sauver
Mais l'amour n'est pas virtuel

Pomme C
Un homme et une femme
Et c'est tout un programme
Mais l’amour n’est pas virtuel
Pomme qui m'allume
Et qui me quitte
On s'aime trop vite
C'est le vice et le virtuel

Dois-je sauver
Ou bien dois-je abandonner ?"

04/10/2009

Mon coeur mis à nu


Επιστρέφω στο Παρίσι σχεδόν χωρίς αποσκευές.Έτσι και τώρα. Σχεδόν πάντα η ίδια έννοια: αν λειτουργεί το κινητό,τι χρήματα έχω στις τσέπες, αν πάρω μεγάλη ή μικρή τηλεκάρτα και πού να απευθυνθώ για να την αγοράσω. Σα να έχω ξεχάσει λίγο τα βασικά αλλά σιγά-σιγά βρίσκω το δρόμο. Boulevard de Malesherbes - έμαθα ότι η Ελένη έγινε διευθύντρια της εταιρείας. Μυρίζει σκοτάδι,υγρασία και η μούχλα του μετρό κι αυτό μου υγραίνει τα μάτια από ευτυχία - ακούγεται παράδοξο.Δεν είναι όμως. Αυτή τη φορά είναι οι εξετάσεις στη μέση - έχω αγωνία για το αποτέλεσμα και ο χρόνος κυλάει. Είναι να γράψω κάτι για τον Κάφκα,για ποιο λόγο τελοσπάντων καθυστέρησε τόσο τη φυγή του κι αυτό νομίζω πως με αφορά.Θυμάμαι τη λεπτή φιγούρα του, ασπρόμαυρη και θολή, καθισμένη κάπου.Είμαι απασχολημένη, δεν ξέρω αν με κοιτάζουν οι περαστικοί. Καλύτερα.Περαστική κι εγώ. Ακολουθώ τον κόσμο. Και κάποτε χάνω τα βήματά μου.Φιλοξενώ ένα ζεσταμένο, μισολιωμένο μίσχο λουλουδιού στην κλειστή μου παλάμη. Σε σκεφτόμουν καθώς το κρατούσα σ όλη τη διαδρομή. Μπορεί να ντραπώ και να μη στο πω. Boulevard des Capucines. Περνώ να χαιρετήσω στη γωνία τον κύριο που πουλάει τα ωραία μπουκέτα.Θα τον ρωτήσω ξανά για τη διαδρομή κι αυτός, ακούραστος, σα να' ταν αυτή η αποστολή του, θα μου επιβεβαιώσει το δρόμο. Ύστερα μπαίνω στο ξενοδοχείο. Εδώ είναι η άλλη άκρη του φιλμ. Αυτή, δε θέλω να στην αφηγηθώ - να τη ζήσεις θέλω.

02/10/2009

ας μιλήσει για σένα ο ποιητής...


Ήταν ένας νέος, ωχρός.

Καθόταν στο παγκάκι, χειμώνας, κρύωνε.

Τι περιμένεις; - του λέω.

Τον άλλον αιώνα - μου λέει.

Και χιόνιζε ήρεμα, όπως πάνω από έναν τάφο.
Τάσος Λειβαδίτης

30/09/2009

σε τελείως άλλη διάθεση, καθώς κάποιος μου το θύμισε πριν λίγο...

25/09/2009

της Δέσποινας


Θέλω να ξυπνήσω και να' ταν όλα τα άσχημα στις ζωές μας μια φάρσα. Να βάλουμε τα γέλια και να είμαστε πάλι παιδιά κάτω στον κήπο, για λίγο έστω. Να έχουμε όλες τις προϋποθέσεις στο ξεκίνημα και να σχεδιάζουμε το μέλλον μην ξέροντας. Να είμαι κοντά σου όταν θα με χρειάζεσαι και η μαμά να μας έχει αγκαλιάσει για μια στιγμή μαμαδίστικα, όπως δεν ήξερε από μόνη της να κάνει, όπως κάνουν οι κανονικές μαμάδες όλου του κόσμου. Γιατί επανέρχομαι στο ίδιο θέμα; - με ρωτάς. Γιατί είναι ανυπέρβλητο, χρυσό μου παιδί!, σου απαντώ ενώ εσύ πίνεις τον εσπρέσσο σου πίσω από τα ακριβά γυαλιά ηλίου μια ιδέα χαμογελώντας πικρά. Γιατί δεν καταπίνεται το εύκολο για όλους τους άλλους και που για σένα έγινε το μη δεδομένο. Κανένα δεδομένο δε μας ηρέμησε - για όλα μια συνεχής πάλη για αναγνώριση από τα πρόσωπα που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να καταργούν μέσα μας κάθε ανασφάλεια και ανησυχία. Θα ήθελα να σε δω να μαγειρεύεις στο ωραίο σου σπίτι, με τα παιδάκια σου να παίζουν στην αυλή. Ο μπαμπάς να σας φέρνει ξύλα για το τζάκι κι εσείς να τον κερνάτε καφέ και από τα νόστιμα κέικ σου. Να έρχεσαι όποτε θέλεις να βλέπεις τον ανιψιό σου. Θα ήθελα να με δεις να σου λέω χαρούμενα τα νέα μου τα ανατρεπτικά κι εσύ να με βεβαιώνεις, με τη μεγάλη σου καρδιά, πόσο σου άρεσαν πάντα σε μένα η ανεξαρτησία, τα μπινελίκια στους γονείς και το γεγονός πως τελικά μέσα μου επικρατεί η αισιοδοξία. Είναι που σου λέω πως όλα θα μας πάνε καλά κι εσύ συμπληρώνεις κοιτάζοντάς με με αμφιβολία: μακάρι! Θα'θελα να σε ρωτήσω αν η γιαγιά πιστεύεις πως μας περιμένει κάποτε να βρεθούμε μαζί της. Αλλά δε θέλω να σου υπενθυμίζω την απουσία της και την έλλειψή της από τις ζωές μας ούτε να στενοχωριέσαι για μένα. Θέλω συχνά να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να σου πω πόσο σε αγαπώ και σ΄έχω ανάγκη. Αλλά ντρέπομαι γιατί μεγαλώσαμε και δεν έχουμε να μάθει να εκφραζόμαστε έτσι. Δεν έχω να σου προσφέρω άλλο τίποτα από την παρουσία μου και την αγάπη μου σε αυτή τη ζωή.

24/09/2009

στη Γ.Μ

23/09/2009

σα σήμερα...


δεκατρία χρόνια πριν, έφευγα για το Παρίσι. Πίστευα πως δε θα ξαναγυρνούσα.

14/09/2009

του Σταύρου





11/09/2009

Barbara

10/09/2009

λύσεις για δύσκολους λύτες...


Μου αρέσει που γράφω, χωρίς να ξέρεις πού ακριβώς απευθύνομαι, σε ποιο πρόσωπο. Βαυκαλίζομαι έτσι ότι έχω μια δυνατότητα ελευθερίας πάνω στα πράγματα, ενώ στην πραγματικότητα σχεδόν πάντα υπολογίζουμε χωρίς τον ξενοδόχο. Πάντα αυτός ο καταραμένος έλεγχος μάς ξεφεύγει. Περασμένη η ώρα αλλά πάντα επανορθωτική η νύχτα - μας το επιβεβαιώνουν από κρέμες νυκτός και ορούς μέχρι ποιήματα και στίχοι γι αυτήν. Επιστρέφοντας βγάζω απαλά τα βέλη από την πλάτη, από φόβο μη σκιστεί κι άλλο το δέρμα. Είναι τα βέλη του λήσταρχου Νταβέλη, λέω, στο αυτοκίνητο καθώς οδηγώ, και βάζω τα γέλια στο φανάρι με τον παράδοξο αυτοσχεδιασμό μου. Είναι όμως εύστοχος, δε μπορείς να πεις. Δυό-τρία σημάδια πίσω στην ωμοπλάτη. Λύσις δέρματος. Βαμβάκι, ιώδιο και ένα καυτό μπάνιο.Τα τραύματα θέλουν περιποίηση.Τα διαμπερή λίγη επουλωτική κρέμα παραπάνω και αρκετό χρόνο. Χθες είχα μιαν άσχημη κουβέντα με τη Μήδεια, δε στο είπα. Αυτή είναι και η πρώτη προδοσία.Το καλό είναι ότι γερνάει.Το κακό είναι ότι δεν πρόκειται να βάλει μυαλό.Έχω την εντύπωση, όσο ξεκάθαρα κι αν μιλάω, ότι της τα λέω στον βρόντο. Συνελόντι ειπείν, με ακούει ο κύριος Βρόντος - θυμάσαι τη διαφήμιση;
Έλαβα ένα σημείωμα αλλά δε συμφωνείς κι
εσύ, πως μερικά πράγματα έρχονται είτε πολύ νωρίς είτε πολύ αργά στις ζωές μας; Μπορεί να κάνω και λάθος, δεν ξέρω. Είχα ενθουσιαστεί με διάφορες εκπλήξεις, αγορασμένες με έννοια και χαρά, αλλά η δική σου στάση με συγκράτησε. Θα έλεγα ότι δε με πείραξε, έμεινα απλώς ακίνητη, άχρωμη και παγωμένη κι έτσι, χωρίς πολλή σκέψη, σαν αναίσθητη, προχώρησα. Δε θα κουράσω άλλο την αγάπη σου - αυτό μου το έχει μάθει καλά ο γνωστός μοναχός του Αγίου Όρους.Το βρίσκω πολύ ωραίο, δεν ξέρω αν το έχει διαβάσει από κανέναν Άγιο Πατέρα και το "ξεπατίκωσε" - ρήμα, κι αυτό,για μοναχό! - ή αν ειπώθηκε εκεί αυτή η έκφραση κάποτε και έκτοτε έγινε γνωστή. Δε θέλω να κουράσω άλλο την αγάπη σου... - πόσα πολλά λόγια σε μια μικρή πρόταση!
Θα συνεχίσουμε λοιπόν παράλληλα τις ζωές μας, κάθετα αντίθετα σε κάθε "κακοτοπιά", όποιο συναίσθημα ριψοκίνδυνο. Μαζεύω τις σελίδες μου εδώ και απο-σύρομαι στα δικά μου.

06/09/2009

05/09/2009

...το στρατί που πάει για το Ντεπό


Ήταν εκείνη τη νυχτιά - όχι που φύσαγε ο βαρδάρης, ξέρω... - που είχε η μητέρα σου κρεμαστεί από το φωτιστικό του σαλονιού σας.Γύρισες από το φροντιστήριο και έτρεξες να μου τηλεφωνήσεις να έρθω. Δεν υπήρχε άλλος κανείς να σε ακούσει να ουρλιάζεις. Κοιτούσα το πτώμα περιμένοντας το ασθενοφόρο και προσευχόμουν να είναι ακόμα ζωντανή χωρίς στο βάθος να το πιστεύω - ήταν κιόλας σαν πεθαμένη από χρόνια. Από τότε μου έμεινε να προσεύχομαι γι' ανθρώπους πεθαμένους και σχέδια καταποντισμένα,προορισμένα να πεθάνουν πριν καν γεννηθούν.Μήπως και συμβεί το θαύμα,η αναπάντεχη εύνοια της τύχης. Σε κοιτάζω να βάζεις ζάχαρη στον καφέ, ένα πρόωρα γερασμένο κεφάλι σε ακόμα νεανικό και όμορφο σώμα. Δε σκαλίζουμε το παρελθόν αν και αυτό είναι πανταχού παρόν στα τωρινά σου σχέδια που ναυαγούν και ψάχνεις τάχα το γιατί, στους δισταγμούς σου, στους αδιέξοδους έρωτες. Αν ήμουν περισσότερο εξοικειωμένη με το σώμα των ανδρών και αν ήξερα πως δε θα με παρεξηγούσες θα ξάπλωνα μαζί σου,θα σου πρότεινα να ακουμπήσεις πάνω στο στήθος μου και θα σε νανούριζα μ' ένα τραγούδι μέχρι να κοιμηθείς. Αλλά δε θα σε φέρω σε ακόμα πιο δύσκολη θέση. Ακούω για τους έρωτές σου,τα ταξίδια σου,την ανακαίνιση του σπιτιού σου. Ακούω προσεκτικά πίσω από τις λέξεις και κάνω ότι γελάω για να φαίνεται το κλίμα ανάλαφρο.Σκέφτεσαι, μου λες, συνέχεια το Μπαλί και όλα εκείνα αλλά σκέφτομαι πως δε σου κάνει καλό.Φυσικά και δεν στο λέω, δεν είναι ο ρόλος μου αυτός, εγώ λέω μόνο τα ανώδυνα. Δε ρωτήθηκα άλλωστε, σέβομαι το μονόλογό σου γιατί μοιάζει πυρετώδης και δε σου συμβαίνει συχνά να μιλάς πολύ.Ένα από τα αγαπημένα ανώδυνα είναι ο καιρός - πάλι ξανάπιασαν οι ζέστες, καυτός Σεπτέμβρης προβλέπεται,πώς ήταν πέρυσι και πρόπερσι τέτοια εποχή- θυμάσαι;,είναι ωραία η θάλασσα τον Σεπτέμβρη, μπουρ μπουρ μπουρ και τα σχετικά κλασικά εικονογραφημένα...Μου λες να πάμε για ψώνια,θες να αγοράσεις κάτι και χρειάζεσαι τη γνώμη μου.Πάμε λοιπόν.

04/09/2009

καθώς μπαίνουμε στο φθινόπωρο...

31/08/2009

mistral gagnant

Ah... m'asseoir sur un banc
cinq minutes avec toi
et regarder les gens
tant qu'y en a
Te parler du bon temps
qu'est mort ou qui r'viendra
en serrant dans ma main
tes p'tits doigts
Pi donner à bouffer
à des pigeons idiots
leur filer des coups d'pied
pour de faux
Et entendre ton rire
qui lézarde les murs
qui sait surtout guérir
mes blessures
Te raconter un peu
comment j'étais, mino
les bombecs fabuleux
qu'on piquait chez l'marchand
car en sac et Mintho
caramels à un franc
et les Mistral gagnants
Ah... marcher sous la pluie
cinq minutes avec toi
et regarder la vie
tant qu'y en a
Te raconter la Terre
en te bouffant des yeux
Te parler de ta mère
un p'tit peu
Et sauter dans les flaques
pour la faire râler
Bousiller nos godasses
et s'marrer
Et entendre ton rire
comme on entend la mer
s'arrêter, repartir
en arrière
Te raconter sur
tout
les Carambars d'antan
et les coco-boërs
et les vrais roudoudous
qui nous coupaient les lèvres
et nous niquaient les dents
et les Mistral gagnants
Ah... m'asseoir sur un banc
cinq minutes avec toi
regarder le soleil
qui s'en va
Te parler du bon temps
qu'est mort et je m'en fous
Te dire que les méchants
c'est pas nous
Que si moi je suis barge
ce n'est que de tes yeux
car ils ont l'avantage
d'être deux
Et entendre ton rire
s'envoler aussi haut
que s'envolent les cris
des oiseaux
Te raconter enfin
qu'il faut aimer la vie
et l'aimer même si
le temps est assassin
et emporte avec lui
les rires des enfants
et les Mistral gagnants



26/08/2009

ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα,παρακαλώ...


25/08/2009

το μέλλον...

24/08/2009

...που χάθηκε στη σκόνη

πιλοτικές ασκήσεις θάρρους εν μέσω θέρους

Από την καυτή, στην κυριολεξία, επικαιρότητα:
Το γράμμα του νόμου ξεκινάει από γάμα. Από κει και μετά επιλέγεις άρθρο.

23/08/2009

το λιβάδι που δακρύζει (χωρίς σχόλια,λόγω επικαιρότητας...)

18/08/2009

15/08/2009

11/08/2009

η κλειδούχος ή κλειδοκράτορας


Αυτές τις μέρες κρατάω τα κλειδιά κάποιων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας και νιώθω σαν τη φράου Χέλγκα που τα κραδαίνει και μπαίνει φουριόζα πότε στο ένα διαμέρισμα και πότε στο άλλο. Δεν είναι δικά μου και τα κουβαλάω μαζί μου από φόβο μην παραπέσουν. Οι ένοικοι έφυγαν για διακοπές, άλλος τριήμερο, άλλος εβδομάδα, άλλος περισσότερο. Μου εμπιστεύθηκαν τα κλειδιά τους. Ξεκλειδώνω βιαστικά τα διαμερίσματα και αν δε με γνώριζαν οι υπόλοιποι εδώ, θα με έπαιρναν για κλέφτη, έτσι όπως εισβάλλω σε περίεργες ώρες της ημέρας ή της νύχτας - όταν μπορώ τελοσπάντων. Ποτίζω φυτά. Μαζί με τα δικά μου, ανοίγουμε άνετα εδώ ένα φυτώριο. Είμαστε η πράσινη πολυκατοικία!. Κάθε διαμέρισμα είναι φυσικά διαφορετικό - έχει το δικό του χρώμα, τη δική του, αποκλειστική μυρωδιά. Στης Ντίμης κάθομαι για λίγο στο εργαστήριο,περιεργάζομαι τα χρώματα, μυρίζω την κλεισούρα,βλέπω τα τελάρα, τους πίνακες στους τοίχους. Δεν έχει μείνει εκατοστό ακάλυπτο,παθαίνω ζαλάδα όταν ανοίγω τα φώτα και κοιτάζω ένα γύρω.
Στο άλλο διαμέρισμα, ο Χρήστος έχει πάνω στο γραφείο το νέο βιβλίο του,ποιήματα που θα εκδοθούν σύντομα, κάποια άλλα γραπτά.Φεύγοντας μου έδωσε οδηγίες για τις γλάστρες, να καθήσω αν θέλω εκεί και να διαβάσω ό,τι έχει γράψει. Η θέα από το παράθυρό του είναι εκπληκτική. Παίρνω τα γραπτά και βγαίνω να τα διαβάσω στη βεράντα.Πάνω στο γραφείο η πίπα του, μια πένα με την οποία γράφει με μωβ μελάνι, ένας δεύτερος σκελετός γυαλιών.
Κατεβαίνοντας από το ρετιρέ, το άλλο διαμέρισμα δεν έχει πολύ ενδιαφέρον για μένα, είναι γεμάτο από αντικείμενα που δε μου αρέσουν - άρα πηγαίνω και ποτίζω τις λίγες γλάστρες μηχανικά, βγαίνω κατευθείαν στο μπαλκόνι, μετά κλειδώνω και φεύγω το ίδιο βιαστικά όπως μπήκα.
Από κάθε όροφο σκύβοντας φαίνεται διαφορετικός κάτω ο δρόμος,τα δέντρα,τα αυτοκίνητα αν και στην ουσία πρόκειται για την ίδια εικόνα.Κάθε ένοικος,που τυχαίνει βέβαια να είναι και φίλος, μου έχει αφήσει κάτι διαφορετικό, εν είδει δώρου, γι αυτήν την "εξυπηρέτηση" - άνοιξε το ψυγείο!,γράφει η Ντίμη με τα στρογγυλά,παιδικά της γράμματα.Έχει κάτι για σένα!Βρίσκομαι μπροστά σε ένα αμαρτωλό προφιτερόλ, από γνωστό ζαχαροπλαστείο.Άνοιξε το τρίτο συρτάρι του γραφείου,έχει κάτι για σένα,γράφει ο Χρήστος με τη βυζαντινή γραφή. Μου έχει κάτι στα γαλλικά, κάτι που θα μ' ενδιέφερε να το διαβάσω και το ξέρει,γι αυτό και μου το χάρισε.
Ξανάπιασα να διαβάζω την καρδιά της Μαργαρίτας. Μου αρέσει ο Αλεξάκης - εκτός των άλλων θα του έλεγα ότι μου φαίνεται "καθησυχαστικός" υπό μια έννοια.Τι εννοείς; - θα με ρωτούσε παραξενεμένος - παίρνοντας μια ρουφηξιά από την πίπα του και μεγαλώνοντας κι άλλο τα υγρά του μάτια.Θα του εξηγούσα.Θα καταλάβαινε, θα κουνούσε το κεφάλι κι ύστερα θα πηγαίναμε στη Δημοκρίτου για φαγητό. Κοντεύει Δεκαπενταύγουστος, απολαμβάνω την ησυχία των ημερών.Και ψαύοντας τα τόσα κλειδιά στις τσέπες, θέλω να σου πω πως δε μπορεί, δε γίνεται να μη βγάζει πουθενά, σ' ένα ξέφωτο, αυτό το σκοτάδι.

08/08/2009

08 - 08 - 1978


Σα σήμερα πέθανε, 31 χρόνια πριν, η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα. Το γεγονός ήρθε να μας το αναγγείλει η άλλη μας γιαγιά, που ζούσε μαζί μας. Κορίτσια, σηκωθείτε - είπε - πέθανε η γιαγιά σας!. Είχε ακόμα πρωϊνή δροσιά,δε θα ταν περισσότερο από 8 το πρωί. Με την αδελφή μου κοιμόμασταν στη μεγάλη βεράντα του σπιτιού, όπως το συνηθίζαμε κάποια ζεστά βράδια του καλοκαιριού. Πετάχτηκα πρώτη και κοίταξα τη στέγη με τα κεραμίδια των απέναντι μέχρι να καταλάβω τι γίνεται και να ξυπνήσω τελείως. Ήμουν παιδί και αυτή η γιαγιά δε ζούσε μαζί μας, οπότε δε θυμάμαι να ένιωσα με την είδηση του θανάτου της κάτι περισσότερο από συμπάθεια με την έννοια της συμπόνιας για εκείνη που είχε φύγει και λύπη περισσότερο για τον πατέρα μου που ήταν γιός της και που ήξερα πως, όταν θα τον έβλεπα, θα ήταν θλιμμένος. Αργότερα θυμάμαι έντονα τα χείλη της γιαγιάς στο φέρετρο, σαν σφραγισμένα αλλά ενωμένα μεταξύ τους απαλά και στη μέση μια αχνή λευκή γραμμή. Πίστευα πως είχε πιεί γάλα λίγο πριν πεθάνει και δεν είχε προλάβει να σκουπίσει τα χείλη της. Έτσι έμοιαζε. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα νεκρό. Φορούσα ένα φόρεμα που μου είχαν πάρει στην Τυβίγκη - στο χρώμα της καστανής ζάχαρης και από τη μέση και κάτω είχε μικρά καφετί λουλούδια. Έδενε στη μέση προς τα πίσω με μια φαρδιά υφασμάτινη ζώνη και είχε φουσκωτά μανίκια. Καθόμουν στο πεζούλι με τα πρώτα ξαδέλφια μου και λέγαμε αυτά που λένε τα παιδιά μεταξύ τους μέχρι να τους κάνουν κάποιο σήμα οι μεγάλοι, μπορεί να λέγαμε και αστεία. Όταν βγήκε ο πατέρας μου στο κεφαλόσκαλο και μετά ξεκίνησε η πομπή προς την εκκλησία σταματήσαμε να μιλάμε με τα ξαδέλφια γιατί καταλαβαίναμε ήδη ότι έπρεπε να είμαστε σοβαροί σαν τους μεγάλους.Θυμάμαι αρκετά πράγματα, λεπτομέρειες.Τα πρησμένα από το κλάμα μάτια της μητέρας μου, τα στενά ολόμαυρα ρούχα που πρώτη φορά τα έβλεπα φορεμένα πάνω της και που τόνιζαν τα πράσινα μάτια της και τη λεπτή της μέση, τη μυρωδιά από το λιβάνι στην εκκλησία,τον πατέρα μου που έμοιαζε ανακουφισμένος καθώς η γιαγιά δεν πονούσε πια άλλο.Θα παρευρίσκεσαι στην ταφή; - με ρώτησε η μητέρα μου αργότερα. Δεν ξέρω - απάντησα. Είναι θέμα δικό σου - είπε. Δεν ήξερα τι να αποφασίσω. Με ρωτούσε πάντα σα να απευθυνόταν σε μεγάλο άνθρωπο και δεν το έβρισκα απαραίτητα κακό αυτό. Εφόσον είχα το περιθώριο της επιλογής αποφάσισα να μην και επέστρεψα στο σπίτι του θείου με τα πόδια, μαζί με κάποια από τα ξαδέλφια μου. Πού είναι τώρα η γιαγιά γιατί δεν έχω καταλάβει... - ρώτησε μετά στο τραπέζι η πεντάχρονη εξαδέλφη μου, Δήμητρα. Η γιαγιά είναι στον ουρανό - της απάντησε η επτάχρονη αδελφή της με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Εγώ ήμουν εννιά και απαθής παρακολουθούσα τις "μικρές" να μιλάνε. Μετά φάγαμε παγωτό κι εκεί έκλεισε το θέμα.

06/08/2009

Πιστεύω πως...


το χειρότερο πράγμα που μπορείς να πάθεις με έναν κάποτε δήμιο ή έναν πρώην βασανιστή είναι όταν έχει γεράσει πια. Κι εκεί που ορκιζόσουν ότι δε θα υπήρχε έλεος ξεπροβάλλει τώρα ο οίκτος, που είναι χειρότερος κι από τιμωρία.

28/07/2009

"ανθρωπίλα"


Στην κηδεία του θείου, μεσούντος του καλοκαιριού και των αδειών, εκατοντάδες άτομα ήρθαν να συλλυπηθούν. 40 βαθμοί, μπορεί και παραπάνω. Επιστρατεύθηκαν κοστούμια, γραβάτες, και για τις γυναίκες ταγιέρ και πολλή λακ στα μαλλιά για την περίσταση. Όταν είχε φθάσει πια απόγευμα, ο πατέρας μου, σε μια ιδιωτική στιγμή, ξέσφιξε τη γραβάτα του και σκύβοντας μου είπε: "τώρα που φεύγουν όλοι σιγά-σιγά, πάμε στο σπίτι να πλυθούμε, να βγάλουμε από πάνω μας αυτή την ανθρωπίλα..." - έτσι ακριβώς το είπε, με μιαν έκφραση αηδίας στο πρόσωπό του . Ιδρώτας ανακατεμένος με κραγιόν, με μύξες, με δάκρυα, με πούδρες, με ταλκ. Πάνω στο πρόσωπό μας όλα αυτά, καθώς μάς έσφιγγαν το χέρι, έπεφταν πάνω μας, μάς φιλούσαν στο μάγουλο. Μου έκαναν εντύπωση τα λόγια του, συνήθως χρησιμοποιεί ηπιότερο τόνο και εκφράσεις. Αλλά φαίνεται πως δεν άντεχε άλλο. Η προτροπή του με ενθουσίασε - πάνω που σκεφτόμουν κι εγώ παρόμοια αλλά δεν τολμούσα να το πω.
Παρατηρώ όλο και περισσότερο την ψυχική μου εγγύτητα με τον Schopenhauer, με τη διαφορά ότι εγώ δεν είμαι ούτε φιλόσοφος ούτε γενικά σοφή.Όλο και περισσότερο οι άλλοι με απωθούν με τις - συνήθως άσχημες - μυρωδιές τους, το ναρκισσισμό τους, τη "γουρουνιά", την αδιακρισία, το θράσος, τα ψεύτικα χαμόγελα, την αρπακτικότητα στο βλέμμα τους. Οι νέες γνωριμίες με αφήνουν συνήθως αδιάφορη, μπορεί να ' ναι σημάδι ότι μεγαλώνω και ότι όλα επαναλαμβάνονται - δεν υπάρχει πια παρθενική θέαση των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα, διψώ για πραγματική επικοινωνία - αυτήν που εννοώ εγώ πραγματική - αλλά ομολογώ πως είναι κάτι το σπάνιο μεταξύ ενηλίκων καθώς συχνά υπάρχουν αφορμές για να παρεξηγείται. Στην αγορά παίζονται σκληρά παιχνίδια. Μπορεί να "φταίει" και η δομή του χαρακτήρα μου. Δε με ενοχλεί τόσο για να το αλλάξω, μια διαπίστωση κάνω, απλώς καταγράφω τη σκέψη μου σα να μιλούσα με τον εαυτό μου.

25/07/2009

αποσπάσματα και εικόνες...

" Γρήγορα. Προτού ξεθωριάσουν οι εικόνες. Ή σταματήσουν άξαφνα - κι η ταινία η φθαρμένη κοπεί."
(από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου", Ο. Ελύτη)

Η μητέρα μου, νέα, κατεβαίνει την ξύλινη εσωτερική σκάλα με μια στοίβα ρούχα στην αγκαλιά της. Είναι καλοκαίρι. Είμαι κάτω, στο τελείωμα της σκάλας και τη βλέπω. Ξαφνικά, στο γύρισμα του σκαλοπατιού, διπλώνεται το πόδι της και πέφτει άσχημα. Ψιθυρίζει κάτι από εκεί που είναι αλλά δε μπορώ να ακούσω ούτε να καταλάβω τι λέει. Θυμάμαι το συναίσθημα.Της προτείνω να τηλεφωνήσω στη θεία μου για βοήθεια. Πεθαίνω..., λέει η μαμά με σβησμένη φωνή και με τάση λιποθυμίας. Όχι τώρα, σε παρακαλώ, πέθανε μετά αλλά όχι τώρα!, φωνάζω έντρομη.
Μετά το σχολείο μου, άνοιξη, ο πατέρας μου κι εγώ ερχόμαστε στο σπίτι το μεσημέρι για φαγητό. Προπορεύομαι κι εκείνος ακολουθεί με κάτι στα χέρια του - ίσως εφημερίδες και βιβλία. Ξαφνικά ακούω φρένα να στριγγλίζουν στην άσφαλτο και τον πατέρα μου σχεδόν γονατισμένο στο πεζοδρόμιο, με μια έκφραση πόνου στο πρόσωπό του. Παραπάτησε και έπεσε. Χτύπησε και μάτωσε το πόδι του. Πήγαινε πες της μαμάς να έρθει και φέρε μου οινόπνευμα, λέει, κάνοντας γκριμάτσες που δείχνουν ότι δεν αντέχει. Η μητέρα μου από το θόρυβο βγαίνει στο κεφαλόσκαλο, σκύβει , με βλέπει και ρωτάει: τι συμβαίνει;. Έλα κάτω, της λέω, χτύπησε ο μπαμπάς.
Καλοκαίρι του 86. Φοβερή ζέστη. Βράδυ. Είμαστε στο υπνοδωμάτιο με την Δ. Ξαφνικά γυρίζει, βγάζει απότομα το κίτρινο πουκάμισό της και κλαίγοντας μού δείχνει το γυμνό της στήθος. Κοίτα τα!, μου λέει με αναφυλλητά, εσύ τα βλέπεις καλά; Κοίτα πώς έγιναν... Μια χαρά είναι!, λέω, και κρύβω κάπως την αλήθεια και την ταραχή μου. Δεν είναι,δεν είναι!, χτυπιέται και φωνάζει. Είμαστε σαν μόνες.
Καλοκαίρι του 93. Μόνη στο σπίτι με τη γιαγιά για λίγες μέρες. Βαριακούει. Από το καφασωτό με τη βουκαμβίλια ακούγονται πατήματα μέσα στη νύχτα, έχω ανοίξει τα παραθυρόφυλλα επίτηδες για να ελέγχω σαν λαγωνικό κάθε ύποπτη κίνηση ή θόρυβο. Είμαι ακόμα άυπνη, έχοντας από χρόνια ξεσυνηθίσει τους ήχους του πατρικού σπιτιού. Η γιαγιά στο δωμάτιό της κοιμάται του καλού καιρού. Ξαφνικά κάποιος αισθάνομαι πως ανεβαίνει τη σκάλα της κουζίνας. Ακούω καθαρά πατήματα.Πηγαίνω στο δωμάτιό της, τη σκουντάω κι εκείνη με κοιτάζει περίεργα: αυτό, το άκουσες;;; - τη ρωτάω επίμονα, με αγωνία. Τι ήταν αυτό, μου λες;;;... Α μπα - κάνει ότι ξέρει ήδη για ποιο πράγμα της μιλάω ενώ δεν έχει ιδέα - τίποτα! Τα φύλλα που τα κουνάει ο αέρας, θα ναι, πέσε κοιμήσου λέει, απαθής, η γιαγιά, εντείνοντάς μου τον φόβο και την υποψία ότι σε κείνο το τεράστιο σπίτι ήμουν στην ουσία μόνη μου εκείνη τη νύχτα.
Σεπτέμβρης του 86, κοιμάμαι με ανοιχτά παράθυρα με μια συνονόματη κάπου στα Ιλίσια. Το κρεββάτι είναι μονό και περιμένω πότε να ξημερώσει για να φύγω. Είναι άβολα. Έχει καύσωνα. Θα φύγω, της λέω, αρκεί να βρω ταξί. Μείνε, μου λέει, να πάμε αύριο στο φαρμακείο να πάρουμε μαζί το τεστ γιατί μόνη μου ντρέπομαι.Καλά κάνω και κάθομαι στ αυγά μου, λέω από μέσα μου, και με παίρνει ο ύπνος κάπου πάνω στα πλευρά της.
Δεύτερη επίσκεψη στο γραφείο του Σ. Αν θέλεις, μου λέει, μείνε εδώ κι εγώ θα κατεβώ με τη μηχανή στο Σύνταγμα, θα αφήσω ένα πακέτο και θα ρθω αμέσως εδώ. Εντάξει, του λέω και χαζεύω τα βιβλία του ώσπου να γυρίσει.Θυμάμαι έντονα το ύφασμα του καναπέ.Ξεκλειδώνει μισή ώρα μετά και μου χαμογελάει. Εντάξει;- με ρωτάει.
Νοέμβρης του 96, Παρίσι, και περιμένω για πρώτη φορά την Μ. να φανεί εκεί που δώσαμε ραντεβού. Αγωνιώ αν όλα έχουν πάει καλά, αν προσγειώθηκε το αεροπλάνο στην ώρα του. Στην έξοδο του μετρό ακούω μια φωνή να λέει το όνομά μου και δάκρυα μου έρχονται στα μάτια. Της κουνάω το χέρι και της κάνω σήμα να περάσει απέναντι. Έρχεται, αγκαλιαζόμαστε δυνατά, της παίρνω τη βαλίτσα και συνεχίζουμε μέχρι τον προορισμό μας.
Αρχές περίπου της δεκαετίας και ο Σ. έρχεται για τελευταία φορά σε αυτό το σπίτι.Του κάνω δώρο την αιωνιότητα και μια μέρα - προφητικό.Τι καλή ψιψίνα!,λέει για την Αρχοντούλα, και βλέπει το σπίτι αχόρταγα.Τα μεγάλα του μάτια αγκαλιάζουν το χώρο, μετά εμένα. Φεύγοντας, κλειδώνω την πόρτα και κατεβαίνουμε μαζί. Στο ασανσέρ ρωτάει: έχεις διαβάσει την Κασάνδρα και τον λύκο;.Του απαντώ πως έχω διαβάσει όλα τα υπόλοιπα της Καραπάνου. Χαμογελάει αινιγματικά, μετά τον βλέπω να φεύγει πάνω στη μηχανή του.
Χειμώνας 2006, φοβερό κρύο κάπου στην Ευρυτανία.Έχω κάνει ένα μεγάλο ταξίδι μόνο και μόνο για να τους δω. Είμαι ερωτευμένη. Η Μ. ανοίγει την πόρτα του σπιτιού, με κοιτάζει που παρκάρω μέσα στο χιόνι και χαμογελάει. Μάλλον χαίρεται που έφτασα επιτέλους. Έρχεται, τυλιγμένη στο άσπρο μπουφάν της, με αγκαλιάζει. Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι ως εδώ με το αυτοκίνητο!, της λέω στο αυτί σαν παιδί που παραδέχεται το λάθος του ή που εξομολογείται κάτι. Ίιιιιιιι!, λέει, δεν έπρεπε να έρθεις τότε, πώς ήρθες παιδάκι μου με αυτόν τον καιρό;! Με βάζει στο σπίτι μετά, να ζεσταθώ.

17/07/2009

χωρίς θέμα

Της Αγίας Μαρίνας ανήμερα ήταν η γιορτή που γλύκαινε σχεδόν κάθε χρόνο τον πικρό ερχομό μου στην Ελλάδα, ύστερα από ένα μήνα διακοπών στο εξωτερικό. Και λέω "γλύκαινε" γιατί ξανάβρισκα τα ξαδέλφια μου, τους έδειχνα ό,τι είχα πάρει σε καραμέλλες και τσίχλες, τα μοιραζόμασταν, ξαναβρίσκαμε τα παιχνίδια μας από εκεί που τα είχαμε αφήσει. Κατά τα άλλα ήταν πικρός ο ερχομός γιατί σηματοδοτούσε και το τέλος της ελευθερίας μου. Αργότερα η Μαρίνα έγινε η αγαπημένη μου δύο φορές - τη μία ήταν η Μαρίνα των βράχων, η άλλη η Μαρίνα πράσινό μου αστέρι και μιλώ για τα δύο ποιήματα του Ελύτη και το αγαπημένο του γυναικείο όνομα.Να, έχω τώρα και μιαν άλλη Μαρίνα στο νου, την κόρη του Καραγάτση με το πρόσφατα βραβευθέν βιβλίο της. Τα τζιτζίκια έξω ξανάρχισαν το τραγούδι τους και σε ενημερώνω, Λενούλα - δε θυμάμαι αν στο είπα τις προάλλες - ότι ζουν μέσα στο χώμα για 17 ολόκληρα χρόνια ως κάμπιες. Περιμένουν το φως για λίγο μόνο. Ερωτεύονται, αναπαράγονται, ζουν και πεθαίνουν μέσα σε ένα με δύο μήνες. Κι όλο αυτό άξιζε, φαίνεται, τόσα χρόνια αναμονής. Όταν απελπίζομαι και για να μην ξεχνιέμαι, γυρνώ στη φύση και σκέφτομαι άλλοτε τα τζιτζίκια, άλλοτε την υπομονή του γαϊδάρου, άλλοτε την πίστη και αφοσίωση που βλέπεις στα μάτια ενός σκυλιού.
Δε με νοιάζει η έκταση της ανάρτησης απόψε. Είναι σα να γράφω για μένα. Ας είναι και ασυναρτησίες ή φαινομενικά ασύνδετα πράγματα μεταξύ τους. Το θέμα είναι ελεύθερο, που λέγαμε και στο Λύκειο. Δε με αγαπάς, υπεκφεύγεις! - αν με αγαπούσες όσο λες, θα νοιαζόσουν και θα με έβλεπες ένα χρόνο τώρα, θα συναντιόμασταν, μου έγραψε σήμερα ένα πρόσωπο που λάτρεψα κάποια χρόνια πριν. Πώς να σου εξηγήσω ότι ακόμα νιώθω μεγάλη αγάπη και τρυφερότητα για σένα χωρίς να χρειάζεται πια να σε βλέπω όπως τότε; Βάλε να ακούσεις Τρύπες , τη Γιορτή - είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή και λίγο πιο κάτω αλλάζει και λέει είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή. Κάπου εκεί κινούμαστε όλοι. Ο χρόνος και οι πληγές μάς αλλάζουν άθελά μας, εν αγνοία μας, μας μουδιάζουν - αυτό έχω πάθει. Δεν είναι απαραίτητα κακό. Σου φιλώ το κεφάλι, σε μυρίζω, και χώνω το πρόσωπό μου μες στις παλάμες σου, όπως και τότε, αλλά χωρίς καμία διάθεση ερωτική.Τον τελευταίο χρόνο νιώθω πως με κουράζει η ανούσια ομιλία, όλο και λιγότερο συνομιλώ πραγματικά με τους ανθρώπους. Εγώ, που μπορούσα να μιλάω με τις ώρες με ένα πρόσωπο στο τηλέφωνο. Κάποτε. Τώρα προτιμώ τη γραφή, εκεί συγκεντρώνομαι, ακούω τον εαυτό μου να απαγγέλει από μέσα μου και τα πλήκτρα να χορεύουν κάτω από τα δάχτυλά μου. Βλέπω τα φυτά έξω πώς θέριεψαν,βλέπω τα μάτια των αγαπημένων μου γάτων που έχουν μεταλλαχθεί σε σκυλίσια, όλο στοργή και αφοσίωση.Πίνω ένα παγωμένο τσάι, χαϊδεύω απαλά τους υδρατμούς που κυλάνε σαν ιδρώτας από πάνω προς τα κάτω στο ποτήρι, ακούω ένα κομμάτι κλασικής μουσικής και όλα αυτά μου φτάνουν,νύχτα Παρασκευής. Χαίρομαι που κανείς δεν ενοχλεί αυτή την ησυχία, που δε βιάζει την ηρεμία. Μήπως παίρνω ληγμένα; Να θυμηθώ να ελέγξω την ημερομηνία λήξεως στο φάρμακο πριν πέσω για ύπνο.

16/07/2009

στιγμιότυπα - η ιστορία μιας μαρμελάδας


Δυό καλοκαίρια πριν.Η βασίλισσα Κλαυδία με τη συνοδό της, κατέβηκε από το αεροπλάνο μες στον Ιούνιο και επιβιβάστηκε τυλιγμένη σε όμορφο αμπαλάζ γνωστού γαλλικού ζαχαροπλαστείου. Χώρεσαν σε μια κομψή σακούλα.Όμορφες και γευστικές, ήρθαν από εκεί που δεν τις περίμενα, με τις καλύτερες προθέσεις.Το ραντεβού για να τις παραλάβω δόθηκε ένα μεσημέρι, σε μια αντιπροσωπεία αυτοκινήτων. Μου τις προσέφεραν ως δώρο για τις υπηρεσίες μου σε έναν καθωσπρέπει κύριο, με συνηθισμένο όνομα. Μια τυχαία ειπωμένη παραγγελία που εισακούστηκε, σχεδόν πριν καν ειπωθεί. -Τι θα ήθελες τώρα; - Τη γεύση μιας reine claude, του είπα και εξέλαβε τοις μετρητοίς την πρόθεσή μου να μη ζητήσω σχεδόν τίποτα. Εντυπωσιακό, δε λέω...Έπρεπε να το είχα καταλάβει λίγο καιρό μετά ότι μόνον η σοφία θα μπορούσε να τις στείλει. Ο συνδυασμός του γλυκού εδέσματος αργότερα, με μια πρέζα μικροπρέπειας από πλευράς του "δότη", δίνει μιαν ασύγκριτη πίκρα στον ουρανίσκο που θα τη θυμάσαι για καιρό. Μετά την πρώτη κουταλιά απεκάλυπτες ότι η "βασίλισσα" ήταν μια απάτη. Πίσω από τη μεγαλοπρεπή εμφάνιση, ένα κουρέλι. Γλοιώδης και πρασινωπή, μια claude που δεν ήταν ποτέ της reine. Η ιστορία είναι μάλλον προσωπική, οπότε και δεν ενδιαφέρει κανέναν. Κάθε συσχέτιση με πρόσωπα και γεγονότα, μπορεί και να είναι αληθινή.

08/07/2009

από μπαλκόνι σε μπαλκόνι



Βλέπω περίεργα όνειρα τις νύχτες. Πρωτότυπα, κινηματογραφικά. Σε μια μισοάδεια λόγω καλοκαιριού Αθήνα διέτρεχα την πόλη κάπως σαν ιπτάμενος λαγός, πηδώντας από μπαλκόνι σε μπαλκόνι. Από τον πρώτο στον απέναντι τρίτο, στο διπλανό τέταρτο όροφο, και μετά ξανά μια από τα ίδια. Πώς κατάφερνα να το κάνω;! Η παντοδυναμία του ονείρου. Όταν έβλεπα κάποιο μισάνοιχτο τζάμι ή μπαλκονόπορτα τρύπωνα μέσα, κοιτούσα το χώρο στα κλεφτά, κι έφευγα ακριβώς όπως ο κλέφτης. Σ ένα διαμέρισμα στάθηκα, ίσως και επειδή κατάλαβα πως δεν υπήρχαν μέσα άνθρωποι. Πάνω σ ένα γραφείο με αναμμένο λαμπατέρ, χάζευα χαρτιά και γράμματα, λογαριασμούς, οτιδήποτε μπορεί να υπάρχει πάνω σ ένα γραφείο. Είχα τ αυτιά μου ανοιχτά μήπως ακούσω τον παραμικρό θόρυβο ώστε να την κάνω. Για κάποιον αδιόρατο λόγο,γνώριζα πως το διαμέρισμα ανήκε σε μια γυναίκα ας πούμε γύρω στα 60-65, η οποία καταγόταν από νησί των Σποράδων. Πώς κι αυτό το ήξερα; Όνειρο, είπαμε, έβλεπα. Κάθε γωνιά του διαμερίσματος ήταν όμορφα διακοσμημένη, με γούστο, σκούρα έπιπλα, σαν σκυριανά, και λευκοί τοίχοι. Πολλά κεντήματα παραδοσιακά,πολλά λουλούδια στα βάζα. Μου άρεσε η ζεστασιά που ο χώρος απέπνεε ενώ δεν υπήρχε μέσα ψυχή.Έξω είχε ζέστη αλλά μέσα το σπίτι κρατούσε ακόμη δροσιά, ίσως και επειδή ήταν κλειστό.Το πίσω μέρος της φωτεινής κουζίνας έβλεπε σε κάτι πρασιές.Ένα άγνωστο σπίτι. Αισθανόμουν περίεργα που είχα παραβιάσει αυτόν τον ιδιωτικό χώρο. Ταυτόχρονα όμως ήξερα ότι δε θα έκλεβα τίποτα, ήμουν ένας απλός παρατηρητής, δεν ήταν εξαρχής στόχος μου να μπαίνω να κλέβω τα σπίτια. Κάποια στιγμή θέλησα να φύγω αλλά συνειδητοποίησα ότι αυτό ακριβώς το διαμέρισμα ήταν πάρα πολύ ψηλά - έσκυψα στο μπαλκόνι κι έβλεπα τον ουρανό ενός τρόλει σχεδόν σε μέγεθος σπιρτόκουτου. Αν επιχειρούσα να κατεβώ από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, όπως ακριβώς έκανα μέχρι τότε, θα τσακιζόμουν τουλάχιστον. Σκύβοντας από ένα εσωτερικό παράθυρο, σαν φωταγωγό, είδα κάτι ανθρώπους να μιλάνε και να βρίσκονται στην ουσία σε ένα δωμάτιο, στο δικό τους σπίτι. Μίλησα σε κάποιον και τον παρακάλεσα αν γινόταν να με τραβήξει με ένα μεγάλο σκοινί, με κάτι που το λένε στα χωριά τριχιά. Μου εξέφρασε τον φόβο του για το εγχείρημα αλλά παρ όλα αυτά δέχτηκε να με κατεβάσει όταν του είπα ότι φοβόμουν μήπως η κυρία επέστρεφε και μ έβρισκε μέσα. Δε με ρώτησε γιατί το είχα κάνει, το μέλημά του ήταν να με κατεβάσει με ασφαλή τρόπο. Το χοντρό σκοινί κρεμόταν από έναν πολυέλαιο φωτισμένο,στο κέντρο του δωματίου. Ο άγνωστος άντρας μου πέταξε αυτό το σκοινί, αυτό έφτασε ως εμένα από το παράθυρο, ακολούθησα τις οδηγίες του για το πώς να πέσω ομαλά ώστε να μη χτυπήσω από την απότομη πρόσκρουση που θα ακολουθούσε, κι εγώ, μην έχοντας άλλη επιλογή, θαρραλέα ξεκίνησα και με φόρα προσγειώθηκα. Χτύπησα ελάχιστα σε κάτι σαν ασημένιο, ας πούμε πόμολο, αλλά δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Μετά τραβήξαμε κάτω το σχοινί από το διαμέρισμα της κυρίας κι έτσι δε θα φαινόταν τίποτα. Από κει και μετά γνώρισα τους ενοίκους αυτού του σπιτιού στο οποίο..."προσγειώθηκα" και ξεκίνησε ένα νέο όνειρο, με εκείνους και μένα στο πρώτο πλάνο.

07/07/2009

επειδή ειδικά σήμερα γιορτάζουν οι Κυριακές

Όλες του κόσμου οι Κυριακές(Λευτέρης Παπαδόπουλος - Χρήστος Νικολόπουλος - Χάρις Αλεξίου)

04/07/2009

μια σκέψη


Αυτό που δεν το προσέξαμε στο συνειδητό, όταν ήταν ακόμα καιρός, εμείς οι άνθρωποι, αργότερα, θα το βαφτίσουμε "μοίρα".

30/06/2009

εδώ


Οι διακοπές δεν είναι για χόρταση, είδα σ' έναν τοίχο αυτές τις μέρες και συμφώνησα αμέσως. Μπορεί να ξαναβρώ κάποια ευκαιρία, τώρα όμως είμαι εδώ. Μη με ρωτήσετε πώς πέρασα, θα έλεγα καλά χωρίς διάθεση να επεκταθώ. Αγαπητά μου παιδιά, basnia και Hfaistiwna, ζητώ συγγνώμη για την κατάργηση της ανάρτησης, ξέρετε εσείς, αλλά έμαθα πως η γιαγιά μπήκε στο blog και μ΄έψαχνε όπως έκανε πάντα όταν με έχανε φωνάζοντας σ' όλο το σπίτι τ' όνομά μου.Τη διαβεβαίωσα ότι όλα θα πάνε καλά και ησύχασε - χαμογέλασε ευχαριστημένη και συνέχισε τον ύπνο της. Ηφαιστίωνα, η Γωγούλα είμαι εγώ, έτσι, για την ιστορία.
Εδώ πάλι λοιπόν, πάμε γι' άλλα!
Υστερόγραφο, για όσους ξέρουν ότι ζω με γάτες: στη φωτογραφία ΔΕΝ είμαι εγώ.

18/06/2009

κλειστό λόγω διακοπών...


Ξύπνησα έχοντας στ' αυτιά μου ένα τραγούδι που άκουσα κάποτε σε κουτούκι της Κοκκινιάς και πήγαινε κάπως έτσι: "σαν το καράβι ήμουνα που φεύγει μάνι-μάνι / γιατί ποτέ του γούστου μου δεν έβρισκα λιμάνι..."Το τραγουδούσε ένας μάγκας που έλεγε πολλά. Σκέφτομαι να την κάνω με τα απολύτως απαραίτητα. Καπέλο για την παραλία, ένα θερμός, κουβαδάκι, αν μου χαλάσει θα δανειστώ άλλο από τον Ηφαιστιωνάκο, μπρατσάκια κατά προτίμηση φωσφοριζέ πορτοκαλί για να με βρίσκουν οι διασώστες, το πάνω μέρος του μαγιό γιατί άρχισα να μεγαλώνω και ντρέπομαι να μην το φοράω πια, ξαπλώστρα πτυσσόμενη. Στην ανάγκη και μια απλώστρα την κάνει τη δουλειά της, εδώ θα κολλήσουμε; Χώρια που στεγνώνει καλύτερα και η πετσέτα έτσι. Το αντιηλιακό με δείκτη προστασίας 175 το ξέχασα γιατί συνήθως δεν καίγομαι στον ήλιο, παρ όλα αυτά χρειάζεται. Χρειάζεσαι προστασία!, σου λέει ο άλλος - από τον φαρμακοποιό μέχρι το ναυαγοσώστη. Γυαλιά ηλίου έχω αλλά συνήθως έχω εκεί μάτια ερμητικά κλειστά για να κλείνω απέξω Κατίνες με κεφτεδάκια και ό,τι άλλο παρεπιδημεί στις ελληνικές παραλίες. Μου πέρασε από το μυαλό να πάω σε άγονο νησί για γόνιμη σκέψη και συζήτηση, με καλή παρέα, αλλά το σχέδιο ναυάγησε - όχι εμείς, ευτυχώς. Σκέφτομαι έναν στίχο του αγαπημένου μου ποιητή: γεμάτος λάθη φεύγω. Το ίδιο, αλλά λιγότερο ποιητικά σκέπτομαι κι εγώ και θέλω να πάω αυτό που λένε "διακοπές" να ξεκουραστώ, να κουραστώ δηλαδή αλλά με ιδιότυπο τρόπο: ακούγοντας τον φλοίσβο, τον ίδιο που άκουγε και ο Όμηρος. Εδώ δε χρειάζονται πρωτοτυπίες. Παλιά,καλή και δοκιμασμένη συνταγή. Κι αν συναντήσω την Κίρκη, λέω να κατέβω,αντίθετα με τον Οδυσσέα να με κεράσει το κατιτίς της.

Καλό καλοκαίρι σε όλους και σας ευχαριστώ που τόσο καιρό τώρα περνάτε και αφήνετε μια κουβέντα, συνήθως καλή. Απολογούμαι που εγώ δεν ήμουν τόσο συνεπής μαζί σας, με αρκετούς από εσάς. Να στε καλά!




Γ. Μ.

16/06/2009

κατά(γ)ματα


Παρατηρώ το πρόσωπό μου, φευγαλέα, στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, μέσα από τα τζάμια της βιτρίνας, στον κεντρικό καθρέφτη του αυτοκινήτου λίγο πριν ανάψει το φανάρι. Στο μυαλό μου έρχονται σκόρπια άνθρωποι που έχω να δω καιρό, που έχουν φύγει από τη ζωή αυτή ή που είναι φευγάτοι από τη ζωή μου πια και μοιάζουν με φαντάσματα. Τι θα αναγνώριζε ο Σταύρος πάνω μου σήμερα; Όλα μου πια τα ρούχα, τα γυαλιά, τα μικροαντικείμενα που με περιβάλλουν, ακόμα και τα κοντά μου μαλλιά, θα τού ήταν ξένα. Η ζωή έχει προχωρήσει. Το πρόσωπό μου, το σώμα μου, δε θα μένουν τα ίδια. Συμβαίνουν πράγματα, που θα λεγε και η Βάνα. Κι όμως... πόσο σωστό ακούγεται! Αυτό το αχνό σημάδι στον αστράγαλο πρόλαβε να το δει ο Πέτρος ή έγινε μετά; Η Ελένη το θυμάται το σπίτι έτσι ή έχουν γίνει αλλαγές από την τελευταία φορά; Είχα αγοράσει τη μεγάλη αγγελική στο μπαλκόνι όταν πέρασε ο Νότης τότε; Από τζαμαρία σε βιτρίνα περνώ και αποφεύγω να ρίχνω ματιές μέσα από τα γυαλιά του ηλίου. Μου συμβαίνει να θέλω να με ξεχάσω ή να με αφήσω ήσυχη κάπου. Να ξεχαστώ. Γιατί δεν υπάρχει σχεδόν κανείς που θα μπορούσε να με αναγνωρίσει. Στην πραγματικότητα δε με βλέπει κανείς - άλλον άνθρωπο κοιτάζουν, σε άλλον άνθρωπο απευθύνονται.

14/06/2009

"one hundred miles away from home..."


Η ανάρτηση της Γλυκοκερασοζουζούνας (http://www.zouzounasgoodlife.blogspot.com/) - τι avatar κι αυτό; -γλωσσοδέτης! - μού υπενθύμισε το ρήμα "δραπετεύω" και τα παράγωγά του.Τους δραπέτες γενικά. Να πω την αλήθεια,θεωρούσα ιδιαίτερα βαρετά το κουκλοθέατρο και το αλφάβητο στο νηπιαγωγείο. Από την αρχή της χρονιάς φαινόταν ότι δε θα τα πήγαινα καλά. Εκτός αυτού, η δασκάλα μού ήταν αδιάφορη. Δε θυμάμαι πότε ακριβώς δόθηκε η αφορμή αλλά από ένα σημείο και μετά το έσκαγα κάθε πρωί από το σχολείο. Έφτανα μερικά μέτρα μακριά από την πύλη του σχολείου, λαχανιασμένη και ντροπιασμένη, καθώς θα έπρεπε στην επιστροφή να δώσω εξήγηση γι αυτήν την ανταρσία στη δασκάλα μου, στον διευθυντή του σχολείου, στην οικογένειά μου. Το θέμα είχε ως εξής: έκανα υπομονή την πρώτη ώρα,μετά έλεγα - πειστικά φαίνεται, για να μπορεί να επαναλαμβάνεται αυτό - ότι θέλω τουαλέτα ή ότι διψούσα - και τα δύο ήταν σε απόσταση από την τάξη - ή ότι ήθελα να ξύσω το μολύβι μου. Το καλάθι των σκουπιδιών ήταν ακριβώς δίπλα στην πόρτα. Τότε έδινα μια στο σιδερένιο χερούλι, άνοιγα με δύναμη την τεράστια πόρτα, έτσι μου φαινόταν τότε, και μπραφ! Μην την είδατε! Έτρεχα σαν δαιμονισμένο και η δασκάλα έβγαινε έντρομη και φώναζε στους οδηγούς των σχολικών που εκείνη την ώρα κάθονταν στα παγκάκια αμέριμνοι:" πιάστε την! πάλι το σκασε!". Και τότε εκείνοι, έναν-δύο τους θυμάμαι έντονα, έτρεχαν και μου έκανε από τότε εντύπωση που δε με έπιαναν αμέσως, αυτοί, άντρες μεσήλικοι, ένα πεντάχρονο μικρόσωμο παιδάκι. Η αλήθεια είναι ότι ανέβαινα σκάλες, πηδούσα μάντρες, κρεμιόμουν ακόμα και από δέντρα, την είχα δει λίγο σαν ζούγκλα τη ζωή, από πολύ μικρή φαίνεται. Κάποια μέρα, ξεμάκρυνα τόσο από το νηπιαγωγείο που για αρκετή ώρα δε με είχαν βρει να με φέρουν πίσω και να φάω τα χαστούκια που μου αναλογούσαν και τη σχετική ανάκριση. Μιλάμε για τη δεκαετία του 70, τότε έπεφταν κανονικά σκαμπίλια στους ανυπάκουους μαθητές. Έφτασα μέχρι τη λαϊκή αγορά της πόλης μου, με τα πόδια στο κεφάλι, τόσο γρήγορα έτρεχα. Άκουγα την καρδιά μου να πάλλεται πάνω στα χείλη μου. Βρήκα μια ανοιχτή καρότσα φορτηγού και πήδησα μέσα. Θυμάμαι που φορούσα μια ροζ ποδίτσα και την είχα λερώσει με σοκολάτα από το πρωί. Κρύφτηκα κάτω από κάτι λινάτσες που μύριζαν ελιά και λάδι. Κάποια φορά, μπήκε ο οδηγός μέσα και έβαλε μπρος. Φοβήθηκα λίγο αλλά φοβόμουν περισσότερο να γυρίσω πίσω. Φτάσαμε κάπου στην Κόρινθο, το αναγνώρισα γιατί ήξερα τη διαδρομή μια που πηγαίναμε εκεί συχνά,στους θείους μου. Κάπου στον Ισθμό κατέβηκε ο άνθρωπος να κάνει μια στάση και με είδε που είχα σηκώσει το κεφάλι μου και έβλεπα τρομαγμένη. Ποιανού είσαι εσύ; - μου είπε. Δεν ξέρω, του είπα, άσε με. Κι έκανα να κατεβω να φύγω κι από κει. Με άρπαξε και με πήγε στην αστυνομία, δε θυμάμαι από κει και πέρα πώς έφτασα πάλι πίσω. Στο τέλος της χρονιάς, ήταν ζήτημα αν είχα καθήσει ένα μήνα συνολικά μέσα στην τάξη. Στην ουσία δεν αποφοίτησα αλλά δεν πείραζε βέβαια, μια που ήμαστε στο νηπιαγωγείο.Ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς προς τι αυτή η αγωνία μου να δραπετεύσω,να φύγω μακριά, δε με ένοιαζε τίποτα, ούτε η αδελφή μου ούτε η γιαγιά μου, δε με κράταγε κανείς από αυτήν την τάση φυγής.Δε μπορώ να πω ότι όλες τις φορές περνούσα δύσκολα, δραπέτευα στον κόσμο ακόμα κι όταν αισθανόμουν χαρούμενη, ήθελα να φύγω, να φύγω, αυτό μόνο! Από την επόμενη χρονιά, στην πρώτη του Δημοτικού, άλλαξα τελείως συμπεριφορά. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, ήμουν άριστη και υπάκουη από την αρχή και διόρθωνα και τη δασκάλα καμιά φορά, όταν τύχαινε να κάνει κάποιο λάθος εκ παραδρομής. Παρ όλα αυτά, έρχονται στιγμές που αισθάνομαι πως δεν έχω τελειώσει ακόμη με αυτήν την "απόδραση".

08/06/2009

επιστροφή


Σου γράφω όπως σου μιλάω. Ο ποιητής και το φυσικό βασίλειο. Ο ποιητής και τα όπλα του - "καθείς και τα όπλα του"... Η χλωρίδα, τα μυριστικά χόρτα, τα ταπεινά λουλούδια. Γύρισα γεμάτη από αυτές τις εικόνες στο μυαλό μου κι αν θα θελα να είμαι πιο ακριβής θα τις ονόμαζα μυρωδιές. Αψιές, στυφές, γλυκιές, λιγωτικές. Ξαναπερνούσαν από το μυαλό μου όταν έγραφα την ομιλία, φαίνεται πως τις κράτησα τόσο έντονα που, ασυναίσθητα, το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις γύρισα ήταν να ανανεώσω τα φυτά και τα λουλούδια του μπαλκονιού, να το κάνω ένα κηπάκι απρόσβλητο από τα ξένα βλέμματα των απέναντι και τους ρύπους. Κουβάλησα βιβούρνο και σανσιβάρια, λουίζα,άγρια λεβάντα, μέντα, βασιλικό και δυόσμο, τα κλασικά μυρωδικά της ποίησής του θα έλεγα, και θυμήθηκα τη Μαρίνα πράσινό του αστέρι. Ένας μικρός ναυτίλος κι εγώ, στεριανός όμως, με τα απαραίτητα στο δισάκι μου όπως αυτά τα μυριστικά. Τα ποτίζω τη νύχτα - τη μέρα, με τον ήλιο, παθαίνουν εγκαύματα αν πέσει πάνω στο φύλλωμα νερό. Άνοιξα τα βιβλία γεωπονικής, ενημερώθηκα. Πάνω στο τραπεζάκι ακούμπησα το μεγάλο φανό, σα λάμπα θυέλλης, που αγόρασα κάποτε στο Γαλαξίδι. Τον καθάρισα και ανάβω τις νύχτες το κερί που έχει στο εσωτερικό του.Πίνω παγωμένο τσάι τα βράδια και χαϊδεύω τις γλάστρες με τα μάτια, ξέροντας πως μέσα εκεί, βαθιά στο φρέσκο χώμα, γίνονται ένα σωρό διεργασίες. Χαμογελώ.Τελικά δε θέλει και πολλά κανείς για να του αποκαλυφθεί η ομορφιά.Και να, τώρα, λίγα μόλις λεπτά πριν τις πέντε, ξημέρωμα Τρίτης, έρχομαι για να σου πω ότι ακούω την πρώτη καλημέρα από ένα λαλίστατο και βιαστικό πουλάκι. Θα κλείσω το παράθυρο για να κοιμηθώ ακόμη λίγο. Επέστρεψα για τα καλά. Μου έλειψες. Σου φιλώ τις παλάμες, τις κλείνω απαλά μες στις δικές μου.

03/06/2009

bisous


01/06/2009

7, rue de l' Eperon...


ΜΙΚΡΗ ΠΡΑΣΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

"Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

που θα'θελα να σε υιοθετήσω

Να σε στείλω σχολείο στην Ιωνία

Να μάθεις μανταρίνι και άψινθο

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Στο πυργάκι του φάρου το καταμεσήμερο

Να γυρίσεις τον ήλιο και ν' ακούσεις

Πώς η μοίρα ξεγίνεται και πώς

Από λόφο σε λόφο συνεννοούνται

Ακόμα οι μακρινοί μας συγγενείς

Που κρατούν τον αέρα σαν αγάλματα

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Με τον άσπρο γιακά και την κορδέλα

Να μπεις απ' το παράθυρο στη Σμύρνη

Να μου αντιγράψεις τις αντιφεγγιές στην οροφή

Από τα Κυριελέησον και τα Δόξα σοι

Και με λίγο Βοριά λίγο Λεβάντε

Κύμα το κύμα να γυρίσεις πίσω

Μικρή πράσινη θάλασσα δεκατριώ χρονώ

Για να σε κοιμηθώ παράνομα

Και να βρίσκω βαθιά στην αγκαλιά σου

Κομμάτια πέτρες τα λόγια των Θεών

Κομμάτια πέτρες τ' αποσπάσματα του Ηράκλειτου".


"Το φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη ομορφιά"
Οδυσσέας Ελύτης

31/05/2009

ανταπόκριση από την Ιθάκη μου


Η βασιλική οδός για την όραση είναι η όσφρηση κι ας ακούγεται υπερβολικό. Με τα μάτια βλέπεις απλώς αυτό που είναι μπροστά σου - όχι ότι είναι λίγο. Με τα ρουθούνια όμως ανακαλείς μιαν αίσθηση παλιά, σαν χαμένη από καιρό και τότε δεκάδες εικόνες, σαν παλίμψηστο μνήμης, έρχονται να προστεθούν στην αρχική. Από ένα σημείο και μετά είναι ανεξέλεγκτο - σα να παρακολουθείς ταινία στο σινεμά. Δεν μπορείς να ξέρεις την επόμενη σκηνή. Κλείνω τα μάτια για λίγο και μυρίζω καμένο λάστιχο στα σπλάχνα της πόλης, το ζεστό αέρα που αφήνει πίσω του το μετρό. Σκέφτομαι αμέσως τον Truffaut και τον Αλεξάκη, για συγκεκριμένους λόγους τον καθέναν. Μυρίζω τη μούχλα στις παλιές ανήλιαγες εσωτερικές σκάλες, τα δέντρα και τον αέρα της νύχτας. Αναζητώντας τη συγκεκριμένη γωνιά εκείνου του κλοσάρ, τι απίθανο!: ήταν ακόμη εκεί, 10 χρόνια μετά. Έσκυψα να του μιλήσω - με αναγνώρισε από το χαμόγελο. Οh, la grecque!, είπε κι έκανε να μου φιλήσει το χέρι σκύβοντας ευγενικά το κεφάλι. Συγκινήθηκα που με θυμήθηκε και φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μη δει τα μάτια μου. Συνεχίζει να μη θέλει σπίτι, σπίτι του είναι ο δρόμος. Με ρώτησε πού είμαι και τι ήρθα να κάνω τώρα, δουλειές ή διακοπές. Δίπλα του είχε τώρα άλλο σκυλί. Περίπατος στη γνώριμη αποβάθρα. Είναι ο τόπος που έδωσα κάποτε το πιο όμορφο φιλί έως τώρα,σχεδόν κινηματογραφικό. Βοηθούσε ο έρωτας, η ανεμελιά, το τοπίο, το όλο σκηνικό. Απέναντι από το ποτάμι το ίδιο διαμέρισμα με τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα, ο ίδιος ιμπρεσιονιστικός πίνακας και διαγωνίως το κίτρινο, ακριβό λαμπατέρ.Νόμισα πως με γελάνε τα μάτια μου. Δεν άλλαξε τίποτε από αυτή την εικόνα, έτσι όπως την είχα πρωτοδεί ένα βροχερό φθινοπωρινό απόγευμα του 1996.Να κατοικούν, άραγε, οι ίδιοι ένοικοι; Στην πλατεία παρατηρώ κάποιες αλλαγές, μπήκα μέσα και χαιρέτησα την κυρία που έχει το μαγαζί με τις ακριβές τσαγιέρες απ όλο τον κόσμο. Ούτε αυτή τη φορά μπορώ να πάρω κάποια!, της είπα κάπως με απολογητικό τρόπο. Τότε δεν είχα χώρο και χρήματα - τώρα έχω τη θλάση. Στο κομμωτήριο της Sylvie ανοίγω την πόρτα με καρδιοχτύπι - να ζει άραγε η σκύλα της; Και βέβαια, μόνο που τώρα είναι λίγο γριούλα. Πέφτω στα γόνατα όταν τη βλέπω να έρχεται περίεργη προς το μέρος μου και ανοίγω την αγκαλιά μου στο πανέμορφο λαμπραντόρ.Τρίβω το πρόσωπό μου στο σβέρκο της, της φιλάω τ' αυτάκια και της λέω ασυναρτησίες - στα γαλλικά όμως - για να είμαι σίγουρη ότι θα με καταλάβει. Αισθάνομαι κάπως σαν παλιός δήμαρχος που επιστρέφει στον τόπο του πολλά χρόνια μετά και περνάει να χαιρετήσει με τη σειρά τους καταστηματάρχες ή σαν τον ξενιτεμένο που θέλει να ρουφήξει αχόρταγα κάθετι από την πόλη που άφησε κάποτε πίσω.Έτσι κάπως να ένιωθε και ο Οδυσσέας;Εκείνος ο θυρωρός που γνώριζα πήρε σύνταξη, κρίμα που δεν είναι εδώ για να τον χαιρετήσω.Λείπει σε ταξίδι αναψυχής, μου είπαν.Κι εγώ που κάθομαι στη γνώριμη κρεπερί της Saint-Michel και πίνω ξανά τον μηλίτη,που δοκιμάζω πάλι την πίττα με αχλάδια πιο κάτω, κοντά στο Δικαστικό Μέγαρο, που ξεφυλλίζω ένα περιοδικό κάτω από την παχιά σκιά των ίδιων δέντρων του κήπου,εγώ,... είμαι η ίδια;

25/05/2009

au revoir,les enfants!


Εδώ και καιρό προετοιμάζω ομιλία που πρόκειται να πραγματοποιηθεί σε λίγες μέρες σε κάποιο Πανεπιστημιακό ίδρυμα της Ευρώπης. Λιγάκι δύσκολο με σοβαρή θλάση στον ώμο και θέματα να τρέχουν. Αλλά έχουμε πει ότι ..."όλα θα πάνε καλά"! Για ένα διάστημα θα μείνω εκτός μπλογκαρίσματος (sic) και άλλων, παρεμφερών δραστηριοτήτων. Να είστε όλοι καλά και θα τα ξαναπούμε. Επιστρέφω μέσα στον άλλο μήνα.


23/05/2009

κάτω από τη μαρκίζα...

Ένας από τους ανθρώπους που θα ήθελα κάποτε να συναντήσω, σε μιαν άλλη ζωή, είναι η κυρία Βίκυ Μοσχολιού. Αν και δεν ακούω ιδιαίτερα ελληνικό λαϊκό τραγούδι, η χροιά της φωνής της, κάθε φορά που την ακούω, μπαίνει μες στην ψυχή μου και τη δονεί. Δε τη γνώρισα από κοντά όσο ζούσε αλλά από αυτά που έλεγε σε διάφορες συνεντεύξεις μου άρεσε πολύ. Είχε κάτι που το εκτιμώ: δεν ήταν καθόλου δήθεν, με συνδυασμένα κατά τη γνώμη μου τη θηλυκότητα και τον τσαμπουκά, στη σωστή αναλογία. Πολλά τα τραγούδια της που μου αρέσουν - βοηθάει και ο στίχος πολλές φορές. Όπως στο τραγούδι "Κάτω από τη μαρκίζα", σε στίχους Μάνου Ελευθερίου και μουσική Γιάννη Σπανού. Νομίζω πως αυτή ήταν μια πολύ πετυχημένη στιγμή στην καριέρα της και όσο κι αν το αποδίδουν αυτό το τραγούδι καλά και με τον δικό της τρόπο η κάθε μία οι τραγουδίστριες Χαρούλα Αλεξίου, Ελένη Τσαλιγοπούλου και Νατάσα Μποφίλιου, νομίζω πως η πρώτη ερμηνεία της Βίκυς Μοσχολιού θα μείνει μοναδική, αξεπέραστη.Ανέβασα το σχετικό τραγούδι από το youtube - θα το προτιμούσα χωρίς τις εικόνες που έχουν βάλει, σκέτο, άσπρα γράμματα σε μαύρο φόντο. Σα σήμερα θα ήταν η μέρα των γενεθλίων της.

21/05/2009

δεν πειράζει...


Πρώτη φορά που το άκουσα ήμουν στο νηπιαγωγείο, όταν ανέβηκα να πω κι εγώ το καθιερωμένο ποίημα που είχαν βάλει στον καθένα να αποστηθίσει για την αποχαιρετιστήρια μέρα της γιορτής πριν κλείσει το σχολείο για καλοκαίρι. Δυο στροφές, εύκολες κατά τα άλλα, κάτι για τις διακοπές που έρχονταν. Θυμάμαι το καρδιοχτύπι αν και δε θα πρεπε γιατί και το ποίημα το θυμόμουν καλά και οι δάσκαλοι ένα γύρω ήταν οικεία πρόσωπα και τα παιδάκια θυμάμαι που ήταν όλα χαρούμενα και η ατμόσφαιρα γιορτινή. Δίστασα. Κοίταξα κάτω τους γονείς των άλλων παιδιών που περίμεναν να μιλήσω επιτέλους, τους δασκάλους, τους δικούς μου και δεν είπα λέξη. Ντρεπόμουν πολύ, αισθάνθηκα πως κρίνομαι εκείνη τη στιγμή στις χειρότερες εξετάσεις της μέχρι τότε ζωής μου. Άνοιξα το στόμα αλλά ένας κόμπος στο λαιμό και μετά δάκρυα με έκαναν να σταματήσω.Το σαγόνι μου έτρεμε από έναν λυγμό που δεν έβγαινε. Όλοι οι μεγάλοι από κάτω φώναζαν ενθαρρυντικά, ρυθμικά, χτυπώντας τα χέρια, και χαμογελαστά "δεν πειράζει!δεν πειράζει!" . Μετά, ξέσπασαν σε χειροκροτήματα κι εγώ,με την ντροπή του ηττημένου, έτρεξα και κρύφτηκα κάπου στο τέλος. Όλα τα υπόλοιπα παιδιά, κουτσά-στραβά, το είπαν το ποίημά τους και στο τέλος κατέβαιναν από το βάθρο κορδωμένα σα νικητές.
Κάθε φορά που παρακολουθώ "ζωντανά" ή από την τηλεόραση έναν αγώνα, ένα παιχνίδι, ένα διαγωνισμό, μια επίδειξη, κάθε είδους δοκιμασία και ακούω τους παρευρισκομένους, τους θεατές, το κοινό, να ενθαρρύνουν τον άνθρωπο που χάνει ή τα χάνει με ένα ρυθμικό "δεν πειράαααζει!δεν πειράαααζει!",ταυτίζομαι ξανά με τον ηττημένο. Είναι οι φορές που το κοινό δεν είναι όχλος αλλά κόσμος.

18/05/2009

TWIMC


Zήλεψα, η γυναίκα. Διαβάζω συνθήματα σε τοίχους, διαβάζω ποίηση και λογοτεχνία, προσωπική αλληλογραφία διασήμων ανθρώπων στη δουλειά, διαβάζω την απονενοημένη νοικοκυρά και τον έρωτά της - χωρίς όμως να ζηλεύω και την ιστορία της που έχει τόση ματαίωση... - μυρίζω το άρωμα των φρεσκοανοιγμένων τριαντάφυλλων και του νυχτολούλουδου τη νύχτα, αγγίζω τα βελούδινα πέταλα και ανατριχιάζω, βλέπω τα παιδιά που ερωτεύονται κάθε άνοιξη και είναι σαν την πρώτη φορά, βλέπω τις καρδιές στα παγκάκια και όλα αυτά τα ροζ και εφηβικά και σκέφτομαι να σου πω, να σου γράψω, πόσο σε θέλω. Κι ύστερα λέω πως είναι περιττό. Το ξέρεις. Μπορεί βέβαια να νομίζεις πως είσαι εσύ ή εσύ ή εσύ. Ακόμα καλύτερα έτσι.