12/9/18





Αγόρασα ξανά εκείνο το βιβλίο που πίστευα ότι δεν το ήθελα πια, είχα διαβάσει τα βασικά και ποιος ξέρει τώρα ποιος δεν το είχε γυρίσει πίσω ή σε ποια μετακόμιση παραπετάχτηκε. Όμως "από τίποτε δεν μπορείς να ξεφύγεις, εκτός ίσως από κάτι πολύ μακρινό..." - πώς το λέει ο Λειβαδίτης, δεν το έχω και πρόχειρο εδώ που είμαι...
Ανακαλύπτω ξανά και ξανά τους δρόμους εκείνους αλλά και δρόμους άλλους, σε στιγμές ακατάλληλες και σε σκηνές επίσης το ίδιο. Και πώς ήταν γραμμένο εκείνο - αλήθεια, μήπως το φαντάστηκα; - ότι μην έχοντας ένα ψαλίδι έκοψε τα νύχια της με τα δόντια της για να μην τυχόν την πονέσει όταν θα έμπαινε μέσα της. Πρέπει να είναι κάπου στο Παρίσι αυτό διαβασμένο, αλλά όχι στα γαλλικά. Αυτόν τον καιρό ανατρέχω στον Λογγίνο και στον Εμπεδοκλή όπως και στις Nikon d5000 και κατά έναν περίεργο τρόπο ξέρω πως έχουν όλα αυτά σχέση μεταξύ τους. 
Η Χ. μου θα φτιάξει τα δόντια της και θα γίνει τρελό μωρό - όχι πως δεν ήταν μέχρι τώρα. Αλλά εκείνο το μοναδικό, το μπροστινό, το έχει, λέει, για να ανοίγει τις μπύρες. Κι όσο γελάω εγώ, τόσο μου λέει τα αστεία της. Σημειώνω σε ένα τετράδιο ό,τι καινούριο ξεφουρνίζει σα να πρόκειται για τις πρώτες λέξεις ενός αγαπημένου παιδιού. Και μήπως έτσι δεν ηχεί στ' αυτιά μου; 
Οι λέξεις...Η Emily (D.) έλεγε ότι μερικές είναι σαν κλωτσιές αλόγων στα πλευρά σου. Κι άλλες σου δίνουν φρέσκο νερό καταμεσής της Γκόμπι.

3/9/18

Να έρχεσαι συχνά...





Να έρχεσαι συχνά τις νύχτες, όποτε θέλεις να έρχεσαι. Θα σε κεράσω ελληνικό καφέ με γλυκό του κουταλιού και δροσερό νερό. Και το ποτήρι θα ιδρώνει καθώς θα μιλάμε και οι κόμποι από σταγόνες θα γίνονται μικρά ρυάκια, θα πέφτουν γύρω από τον πάτο του ποτηριού και μετά θα απλώνουν στο χαραγμένο τραπέζι. Έλα και φτιάξε μου ό,τι θες και κάτσε για παρέα μαζί να το κοιτάμε. Δε θα πούμε τίποτα το περιττό, μόνο βλέμματα συνενοχής και τρυφερότητας, με μια κάποια κούραση από το χρόνο.

27/6/18

αθανασία








«Εχθές έχωσα κάτω απ' την άμμο το χέρι μου κι έπιασα το δικό της.
Όλο το απόγεμα ύστερα τα γεράνια με κοίταζαν απ' τις αυλές με νόημα.
Οι βάρκες, οι τραβηγμένες έξω στη στεριά, πήρανε κάτι γνώριμο, οικείο.
Και το βράδυ, αργά, την ώρα που της έβγαλα τα σκουλαρίκια να τη φιλήσω έτσι όπως θέλω εγώ, με τη ράχη ακουμπισμένη στον μαντρότοιχο της εκκλησιάς, μπουμπούνισε το πέλαγος και οι Άγιοι βγήκανε κρατώντας κεριά να μου φωτίσουνε.» 


                                                                                                                    Ο Μικρός Ναυτίλος

26/6/18

Π.

Mετά από πάρα πολύ καιρό φαίνεται ότι ο ύπνος μού επέτρεψε να τον δω. Ήταν όπως ήταν συνήθως, λίγο άγριος στο πρόσωπο από τη μοναξιά και την απομόνωση. Ήθελε μια γνώμη για κάτι αλλά έπρεπε να το καταγράψω εκείνη τη στιγμή γιατί μετά από ώρες έχει πια χαθεί, σε μεγάλο βαθμό, η συνοχή στις εικόνες και η αίσθηση που άφησε. Αφού είπαμε πέντε πράγματα, μπορεί και δυό λόγια - δεν είναι να τα μετράς με αυτόν τον άνθρωπο - ήθελε μια γνώμη, την εντύπωσή μου για κάτι. Στο τέλος με αιφνιδίασε με ένα μίγμα αθωότητας και σκληρότητας μαζί - κάπως σαν "είμαι πολύ ευαίσθητος γι' αυτό και θα επιτεθώ πρώτος". Έμεινε μια κάποια νοσταλγία για τη συνομιλία εκείνων των χρόνων, που χάθηκε όπως ήρθε.

17/6/18






Είναι τόσο απλό να είσαι καλός. Κι όμως, για κάποιους, φαίνεται τόσο δύσκολο.

22/5/18

21/05



Όρθια δίποδα τετράποδα. Βόδια. Όχι εκ σωματικής κατασκευής ούτε ρώμης ούτε εκτοπίσματος. Όση θεωρία και να διάβασες, όση πρακτική εξάσκηση και να έκανες, όσα βιβλία και να ξέρεις απέξω με τις εκδόσεις τους κι όσους τίτλους και να μάζεψες, έχεις φτήνια αν δε μπορείς να σκύψεις με σεβασμό στο πρόβλημα που φέρνει ο άλλος και, δίκην εξήγησης και αξιολόγησης τάχα, χύνεις τον εμετό σου χωρίς να σκέφτεσαι τον αντίκτυπο των λέξεων. Έχεις αποτύχει. Ή μάλλον δεν ακούμπησες ποτέ.

20/5/18



Αυτό το κάτι πιο βαθύ που σε λερώνει μπορεί και να σου ανοίξει το δρόμο για μια προοπτική που ούτε τη φανταζόσουν. Δεν είναι τα πράγματα άσπρο-μαύρο. Το μαθαίνεις αναλύοντας ξανά και ξανά το video  που γύρισες με τους συναδέλφους. 

15/5/18


Tα βράδια της προχωρημένης άνοιξης - ή αλλιώς τα προχωρημένα βράδια της άνοιξης - μας έβρισκαν κοντά στη μαύρη θάλασσα με τη μυρωδιά του τηγανητού και του ούζου να κοιτάζουμε τον ασημένιο περίπατο του φεγγαριού πάνω στα νερά. Περνούσαμε μέσα από τις καλαμιές που μύριζαν ξύλο και δάσος και υγρασία, κάτι σαν κέδρο μαζί με κάτι χωμάτινο. Μεριές-μεριές, ο αέρας έφερνε μυρωδιές από πρόβατα και κατσίκες και μου θύμιζε τις ωραίες αναμνήσεις σαν πηγαίναμε στου θείου του Λευτέρη. Η μυρωδιά των ζώων, το ότι ήταν ξαπλωμένα στο παχνί τους και στις αποθήκες έκανε τα πράγματα απλά και τους έδινε τη σωστή σημασία τους. Κι είχα τον γκιώνη φίλο και συνένοχο, κάθε βράδυ σε κείνα τα μέρη. Η βουκαμβίλια - γιατί κάποιοι τη λένε μπουκα- ;;; - έκανε επίσης παρέα στα διαβάσματά μας παλιότερα, τις νύχτες που η Δ. πάλευε να μείνει με τα μάτια ανοιχτά μέχρι να τελειώσει όλη τη Βιολογία. Μια νύχτα, μου έλεγε, για να καταφέρει να μείνει ξύπνια, είχε πάρει μια βελόνα και τρυπούσε τον κόμπο στο δάχτυλό της, ανάμεσα δείκτη και παράμεσο, και από τότε της έμεινε μια μεγάλη μαύρη ελιά στο χέρι, να μας θυμίζει τη σκληρότητα που αντιμετωπίζαμε κάποιες φορές τον εαυτό μας γιατί δεν ξέραμε και τίποτε άλλο. Αλλά ήρθε φέτος ο W. και μου έλυσε όλες τις απορίες και είμαστε πια φίλοι, γιατί εκείνος μπόρεσε να δει τις σκιές που κάνουν οι παλάμες όταν πλησιάζουν ή απομακρύνονται η μια από την άλλη.

3/5/18

"Ηere around"


Δε γνώριζα την πλευρά του θεραπευτή, την πλευρά του μαθητευόμενου θεραπευτή, έστω. Κι ήρθαν αυτοί οι αποχαιρετισμοί που σου θυμίζουν όλο το ταξίδι από την αρχή και που τα λόγια της τελευταίας συνάντησης σε ανταμείβουν για όλους σου τους δισταγμούς και τους φόβους και τα κρατήματα. Και βλέπεις που η επεξεργασία της όποιας απώλειας, μας κάνει όλους πιο ανθεκτικούς και πιο ανθρώπινους. Είμαστε κάτι περισσότερο από τα τραύματά μας. Κι από αντικείμενο της οδύνης καταφέρνουμε να γίνουμε το υποκείμενό της. Αυτό που χάθηκε ή δεν υπήρξε ποτέ μπορεί να μας σημάδεψε, όμως δε μας καθόρισε. Δε μας καθόρισε.
Η Φ. Ε αυτή τη φορά ήρθε πιο νωρίς από ποτέ και περίμενε υπομονετικά να ξεκινήσουμε. Κι έπειτα, φεύγοντας, είπε δυό λόγια και μου ήρθε στο μυαλό η δική μου θέση, κάποτε. Και τότε σε θυμήθηκα, αυτά τα λόγια εκείνου του μακρινού Μαϊου που τα κρατάω μέσα μου σαν φυλαχτό και κρατιέμαι στις κακοκαιρίες όπως το γεράνι, που λέει και ο ποιητής. Και θυμάμαι πόσο άχρονος είναι ο χρόνος, πόσο γρήγορα πέρασε από το τότε στο τώρα αλλά και πόσο βασανιστικά.  Όμως εδώ γύρω είμαι, όπως είχες πολύ σωστά προβλέψει, και τόσο πολύ κοντά που είμαι σίγουρη ότι τώρα χαμογελάς δικαιωμένος.

30/4/18

23/4/18

Καθημερινές εικόνες




Αυτό το σπίτι, όμοιο με τα διπλανά,
ήτανε τόπος βασανιστηρίων - 
αυτός ο άνθρωπος, αξεχώριστος στο πλήθος,
ήταν ο καταδότης με τη μάσκα - 
ετούτο το καμιόνι, ολόιδιο
με τ΄άλλα της σειράς του,
μετέφερε κρατούμενους για εκτέλεση.
Πρέπει τα πράγματα και τους ανθρώπους
να τους κοιτάμε πιο προσεχτικά.

                                                                                                       Τίτος Πατρίκιος

13/4/18

Όνειρο




Χώρος: Πατρικό σπίτι, στη μικρή αποθήκη που βρίσκεται στην ταράτσα του σπιτιού. Μια μέρα καλή και φωτεινή. Μέσα στο όνειρο, αλλά και στην πραγματικότητα, ο χώρος είναι γεμάτος με παλιά βιβλία, περιοδικά, σημειώσεις από το σχολείο δικές μας ή του πατέρα, παλιές σχολικές τσάντες, έγγραφα, φωτοτυπίες, όλο χαρτιά. Σκέπτομαι να αδειάσω/καθαρίσω την  αποθήκη και ότι ίσως εκεί να χωρούσε ίσα-ίσα ένα κρεββάτι κι ένα κομοδίνο ή ένα μικρό γραφείο, τελοσπάντων, ένας προσωπικός χώρος, μικρός, αλλά που θα είχα τη δυνατότητα, όταν θα ήθελα,  να απομονώνομαι από τα πάντα…Στην ταράτσα έχει ωραία θέα και, οπωσδήποτε, σπάνια ανεβαίνει κανείς. Μεταφερόμαστε εκεί, στον χώρο έξω από την αποθήκη και εγώ κάθομαι σε μια καρέκλα. Αριστερά μου, κάθεται ο κ. Θ. και δεξιά μου η κ. Α. και ήδη μου φαίνεται (μέσα στο όνειρο) λίγο περίεργη αυτή η « σύνθεση». Στη μέση είναι ένα παραλληλόγραμμο τραπέζι, σαν αυτά που βρίσκονται σε χώρους υποδοχής. Το όλο σκηνικό παραπέμπει σε συνεδρία με εμένα συντονιστή – ακούω και τους δύο με προσοχή, μιλούν χαμηλόφωνα μεταξύ τους περί ανέμων και υδάτων. Εκείνοι κάθονται ακριβώς απέναντι ο ένας από τον άλλον. Σα να περιμένουμε κάποιον. Ξαφνικά εμφανίζεται από κάπου ο γιος τους και παραμένει όρθιος. Εγώ είναι σα να έχω ήδη δείξει στους γονείς του τον χώρο μέσα στην αποθήκη και τότε ο γιός πετάγεται και λέει, στον πατέρα του απευθυνόμενος: « κι εδώ, μπαμπά, θα βάλουμε το ψυγείο». Τότε ο κύριος Θ. μοιάζει λίγο να παραξενεύεται με αυτά τα λόγια και του κάνει λόγο μήπως θα έπρεπε και εκείνοι να συμβάλουν οικονομικά σε αυτήν την αγορά. Επίσης δείχνει να του κάνει κάτι σαν νόημα του στυλ: « Μα πώς το λες τώρα αυτό; Αυτό είναι σοβαρό…» και όντως του λέει κάτι, με παρόμοια λόγια που τώρα δε συγκρατώ ακριβώς. Ο Σ. φαίνεται  να παραβλέπει το τελευταίο και του λέει απλώς: « Όχι, δεν χρειάζονται χρήματα - άλλωστε έχω αρκετά» και τότε δε μιλάει κανείς, φαίνεται σα να « λύθηκε» το θέμα. Όλη αυτήν την ώρα παραξενεύομαι με αυτό που ανέφερε ο Σ. και προσπαθώ να καταλάβω τι εννοεί, δεδομένου ότι αυτός θα είναι δικός μου χώρος και εφόσον δεν έχει γίνει  καμία συνεννόηση μεταξύ μας, για οτιδήποτε άλλο…Είναι σημαντικό να αναφέρω ότι μέσα στο όνειρο δεν έχω κάποια συγκεκριμένη « επιθυμία», δε με νοιάζει κι ούτε σκέπτομαι την έκβαση. Απλώς σα να παρακολουθώ τα γεγονότα και να συμμετέχω κάπως και σαν παρατηρήτρια ενώ έχω ενεργό ρόλο. Σε λίγο η κυρία Α. σηκώνεται, με πλησιάζει και μου λέει κάπως ψιθυριστά ότι διψάει και ότι θα ήθελε το νερό να είναι μισό-μισό. Εγώ σκέπτομαι την εικόνα ακριβώς αυτή, δηλαδή να πάω στην κουζίνα και να βάλω σε ένα ποτήρι μισό νερό από το εμφιαλωμένο και μισό από το ψυγείο αλλά σκέπτομαι και ότι θα πρέπει να κατεβώ τρεις εσωτερικές σκάλες μέχρι το ισόγειο και δεν είναι ότι βαριέμαι, απλώς αγχώνομαι ότι ίσως αργήσω λίγο να της ικανοποιήσω αυτή την επιθυμία ( δεδομένου ότι στην επιστροφή, δε θα είμαι γρήγορη στο ανέβασμα των σκαλοπατιών). Παρ’ όλα αυτά, ξεκινάω να ανοίξω την πόρτα της ταράτσας που οδηγεί στο κάτω σπίτι και εκεί κάπου τελειώνει το όνειρο – ή έτσι νομίζω. 

9/4/18

" Μια μέρα μπλε"

Σύμφωνα με τα τραγούδια ο Aπρίλης είναι ψεύτης, ξανθός και κάποιες φορές, στην ποίηση , και αθέατος. Είδα σε όνειρο την Σ. Δ  - ήταν το ίδιο μυστήρια και με διπλά μηνύματα στα χέρια. Της εξηγούσα πώς έγινε με τη συνέντευξη αλλά δεν είχε κάτι για να μου πει, ακριβώς όπως και στη Μαρκίζα. Έδειξε έκπληξη αλλά δεν πήρε θέση, έμεινε ν' ακούει κάπως σαν άφωνη αλλά δεν εισηγήθηκε τίποτα στο τέλος, δεν είχε κάτι να προτείνει. Κι έτσι όπως μαζευτήκαμε να μιλήσουμε, έτσι και αποχωρήσαμε από την αίθουσα. Νομίζω πως φορούσε εκείνο το φωτεινό μπλε πουλόβερ, ένα τόσο φωτεινό μπλε σε ένα τόσο σκούρο φόντο.

Κυρία Β.






Πρέπει να ήταν Πρωταπριλιά ή κάπου εκεί. Αυτό το τέλος είχε προαναγγελθεί καιρό πριν, όταν η κυρία Β.Ε έπαθε το δεύτερο, βαρύ εγκεφαλικό. Το έμαθα βγαίνοντας από το ασανσέρ και συναντώντας την κόρη της που, εκείνη, έμπαινε σκεπτική. Για δευτερόλεπτα δεν αποφασίζαμε αν θα μείνουμε εκεί ή αν θα ανεβούμε και οι δύο στον όροφο, με αποτέλεσμα η ανακοίνωση του θανάτου, από τη μεριά της κόρης της, να συνδυάζεται και από αυτό το ενοχλητικό άνοιξε - κλείσε της επάλληλης πόρτας πάνω μας. Αν δεν ήταν θλιβερό το νέο θα ήταν αστείο το θέαμα, για κάποιον τουλάχιστον που θα μας παρατηρούσε. Ανεβήκαμε μαζί. Ένα σεντόνι της σκέπαζε το πρόσωπο. Στο δωμάτιο σκοτάδι και ηρεμία - η κυρία Μ. από δίπλα κοιμόταν για μεσημέρι. Άγριο. Άβολο. Αλλά ήταν σα να ήξερα από πριν τι να κάνω. Χάιδεψα απαλά τα αδύνατα πόδια πάνω από τη μπλε κουβέρτα. Μια -δυό φορές. Μετά αποχώρησα. Στο αυτοκίνητο μου ερχόταν στο μυαλό το πάντα λευκό πρόσωπό της  - πρέπει να ήταν πολύ ανοιχτή στα χρώματα όταν ήταν νέα - κάποια λόγια και το χαμόγελό της που έλεγε πολλά. Συχνά δεν επιλέγουμε εμείς τι θα κρατήσουμε ως ανάμνηση από έναν άνθρωπο - μας " επιβάλλονται" πράγματα που μας έκαναν εντύπωση ή μας σημάδεψαν για κάποιο λόγο. 

26/3/18

les non - dits



Στο γραφείο μια στοίβα από έγγραφα περιμένουν (υπομονετικά;) τη σειρά τους για να διαβαστούν και να πεταχτούν ή να μπουν στο μεγάλο ντοσιέ με τα προσεχώς ή με την ένδειξη "να ξαναδιαβαστεί". Παράλληλα μικρές τούφες από τρίχες γάτας εμφανίζονται από το πουθενά, κρυμμένες κάτω από βαριά αντικείμενα, και καθώς τις μαζεύω ξεσκονίζοντας αισθάνομαι πως ήδη έχω ολοκληρώσει τη μισή δουλειά.
Δε μπορώ να κατανοήσω ακριβώς τις σημειώσεις στο πλάι των εργασιών κι αυτό προσθέτει άγχος στο άγχος που ήδη έχω. Να γράψω του Donald για το πώς να κινηθώ...
Ο τρελός αέρας μου φέρνει στο μυαλό εκείνον που τον έλεγαν harmattan, τον κόκκινο άνεμο τον αναμεμιγμένο με σκόνη που μοιάζει να είναι αιμάτινος κι έρχεται από την έρημο. Κι αμέσως μετά μου έρχονται στο μυαλό οι χαρακιές στο γραφείο του μπαμπά, που δεν ξέρω και πώς έγιναν, τις θυμάμαι να είναι από πάντα εκεί. Διάφανες, βαθιές χαρακιές πάνω στο κανελλί ξύλο κι από πάνω το τζάμι για να προφυλάσσει, υποτίθεται.
Τις προάλλες κατέβηκα ξανά στην ακτή και είναι εκεί πάλι, στη θέση της. Όμως κάθε φορά είναι σαν καινούρια, όλο και κάποια πινακίδα θα τραβήξει την προσοχή μου, ένα κτήριο ή ένας άνθρωπος που κάνει κάτι. Η χαρτογράφηση του χώρου γίνεται σταδιακά και κάθε φορά προστίθεται κάτι στο τοπίο. Τουλάχιστον έτσι το προσλαμβάνω.
Πρόσφατα έμαθα για την πρωτοφανή διατύπωση" του D. W και νομίζω πως κάτι το αδιανόητο, με την έννοια του όχι  απολύτως κατανοητού, κατέστη τόσο σαφές που θα ήθελα, αν ζούσε αυτός ο άνθρωπος, να πάω να του φιλήσω τα χέρια και να του πω πόση ευγνωμοσύνη νιώθω που έκανε συγκεκριμένο το αφηρημένο και που τώρα μόλις μπόρεσα να ακούσω ευκρινώς τον ήχο των βημάτων μου. Δεν είναι ποτέ αργά. Ή δεν είναι ποτέ τόσο αργά όσο μπορεί να νομίζεις σε μια στιγμή. Μην το ξαναπείς.

12/3/18

+ 2005




" Θα' ταν δώδεκα του Μάρτη, μεσημέρι Κυριακής..."


5/3/18

Δ.

Η Λαοδίκεια της Φρυγίας. Η Λαοδίκεια του Πόντου. Κι από κοντά ο Μαίανδρος. Ιστορικά στοιχεία για κάτι που όμως σε αναστατώνει. Και μετά η γέφυρα, η ερώτηση στον οδηγό αν πάμε καλά. Καθώς εναλλάσσονται γρήγορα οι εικόνες, μέχρι πριν λίγο άγνωστες, ψάχνεις με όλα τα μάτια να σου πει κάτι μια πινακίδα, μια ταμπέλα, η συνομιλία δύο ανθρώπων που έρχεται τυχαία στ' αυτιά σου καθώς περνάς από μια διασταύρωση. Είναι εδώ αλλά κάπου εδώ, δεν ξέρεις πού ακριβώς. Εδώ κοντά πάντως. Να, εδώ αν στρίψεις και μετά ακολουθήσεις αυτό το ανήλιαγο σοκάκι, σε αυτό το πέρασμα πιο κάτω που σου φέρνει μια μυρωδιά από κρεμμύδια, εκεί που δεν το βάζει το μυαλό σου, εκεί βρίσκεται. Δρόμοι παλιοί και δρόμοι μικροί, σπίτια χαμηλά και κάπως στριμωγμένα. Εδώ τρώνε μαζί την Κυριακή κι έπειτα χωρίζονται για μια εβδομάδα για να ξανασμίξουν πάλι την άλλη Κυριακή και τα γνωστά "πείτε μου αν θα έρθετε να ετοιμάσω κάτι"...Πάρτε με και μένα, νοερά, μιαν άλλη Κυριακή.

1/3/18

Λίγο καιρό μετά

Από μακριά μού φάνταζε τόσο οικείο αυτό το προφίλ, που έλεγα ότι θα το αναγνώριζα αμέσως μέσα στο πλήθος. Από κοντά και μερικές ώρες μετά δε μπορούσα καν να θυμηθώ το πρόσωπο αυτό πού το είχα συναντήσει και προβληματιζόμουν τι, άραγε, νόμιζα πως γνώριζα από εκείνο. Ένα τέτοιο παλίμψηστο που να εύχεται κανείς να μην ήταν ειδικός στο να το αποκρυπτογραφήσει και να φέρει στην επιφάνεια τις διαδοχικές επιστρωματώσεις. Μερικά πράγματα καλύτερα να μένουν ανέπαφα μέσα στην αχλύ του παρελθόντος. Η εγγύτητα στο εδώ και τώρα ή - για να το πω πιο ελληνικά: - face to face, εγκυμονεί δυσάρεστες εκπλήξεις για τις οποίες συχνά δεν είσαι έτοιμος. 

1/10/17






Τέσσερις διαφορετικοί άνθρωποι μου έδωσαν τέσσερις εκδοχές - ή περίπου -  για το τι έφαγαν το μεσημέρι: κοτόπουλο με μανέστρα, κρέας με ρύζι, κρέας με πατάτες, κοτόπουλο σούπα. Ο πέμπτος με διαβεβαίωσε πως ήταν τελικά κοτόπουλο με μανέστρα - τι λέξη κι αυτή, είχα να την ακούσω πάρα πολύ καιρό. Δεν πήγα στα μαγειρεία να το επιβεβαιώσω, δεν υπήρχε άλλωστε λόγος. Σημασία είχε ότι δεν πεινούσαν και πως φαίνονταν ευχαριστημένοι. Ο Γ. διάβαζε το μικρό αγγλοελληνικό λεξικό που δεν το αποχωρίζεται ποτέ. Ο άλλος Γ. έπαιζε bowling στο καθιστικό. Η κυρία Β. έψαχνε στις δικογραφίες της. Και η κυρία Κ. ζωγράφιζε το νησί της. Ο αέρας μύριζε έντονα βροχή και φυσούσε πολύ. Από την ανοιχτή τζαμαρία έμπαινε το φως και ο αέρας. Ένα συνηθισμένο απόγευμα με ξεχωριστούς ανθρώπους. 

28/9/17

reminiscence

Σκληρός, άκαρδος κόσμος,
που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα
πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται

...............

Αλλά τα βράδια τι όμορφα
που μυρίζει η γη.

Τ.Λ

2/9/17

ηρεμολόγιο




"Το πρόβλημά μου είναι απλό" - είπε η κυρία Μ., αξιολογώντας έτσι, εκ των προτέρων, τη σοβαρότητα του θέματος και ανεβάζοντας κι άλλο ψηλά τον πήχυ. "Θέλω να με συγχωρήσει το παιδί μου, αν του έχω κάνει κάτι, γιατί τώρα γέρασα και δεν πολυθυμάμαι και όλα όσα έχω κάνει... ".Σκέφτηκα να ρωτήσω αν η μνήμη της είναι επιλεκτική και θυμάται μόνο τα καλά, οπότε για τα "κακά" θα είχαμε ένα θέμα ανάκλησης αλλά δίστασα γιατί μπορεί και να παρεξηγούσε την ανάγκη διευκρίνισης - πιθανόν να την εξελάμβανε ως ειρωνεία. Το έλαβα όμως υπ 'όψιν μου γι' αυτό που λέμε " εν ευθέτω χρόνω". Κοίταξε έξω από το παράθυρο για αρκετή ώρα τον φοίνικα σα να προσπαθούσε να μαζέψει τις σκέψεις της για να μου πει ό,τι ήθελε ή σα να έκανε πρόβα στο κεφάλι της αυτά που θα μου έλεγε πρώτα. Όμως αυτό τώρα έμοιαζε με ερμηνεία δική μου και προσπάθησα να μην της επιτρέψω να με απασχολήσει άλλο. Μετά τη βαριά σιωπή που γίνεται ακόμη πιο βαριά μην ξέροντας τι συμβαίνει ακριβώς στο μυαλό του άλλου πρότεινα το γνωστό, σε παραλλαγή ": όταν θα είστε έτοιμη θα μπορούσατε να μου μιλήσετε περισσότερο γι' αυτό;" , που, σε αυτήν την περίπτωση ήταν και το πιο ενδεδειγμένο, καθώς δε γνώριζα απολύτως τίποτε για το θέμα. Έκανε ένα συγκαταβατικό νεύμα, χαμογέλασε κάπως με πικρία και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. Της έτεινα το κουτί με τα χαρτομάντηλα καθώς κάθεται στο αναπηρικό καρότσι, το τραπεζάκι που ακουμπούσε τα πράγματά της ήταν σχετικά μακριά της και δεν υπήρχε μεγάλο εύρος κίνησης. Αποφάσισε να συνεχίσει: " δουλεύει στην Ευρώπη αλλά συνεχώς μετακινείται, άλλες φορές στις Βρυξέλλες, άλλες στη Γερμανία άλλες στην Ελβετία. Είναι πολυάσχολος...". Αυτό το τελευταίο σκέφτηκα να το χρησιμοποιήσω και τελοσπάντων να το έχω κατά νου όταν θα ερχόταν ίσως στο προσκήνιο το γιατί δεν την επισκέπτεται. Από την κατάληξη του επιθέτου κατάλαβα ότι πρόκειται για κάποιον γιο και τη ρώτησα πώς τον λένε. "Μάλλον είναι κάτι απλό, μου είπε με φυσικότητα και ίσως μια υποψία ενοχής, αλλά αυτή τη στιγμή δεν το θυμάμαι, το όνομά του, και ταράζομαι". "Δεν πειράζει, απάντησα αμέσως σα να ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου αυτό που μόλις είχα ακούσει, είμαι σίγουρη ότι θα το θυμηθείτε σε λίγο...". Της χαμογέλασα με σιγουριά και μου ανταπέδωσε το χαμόγελο. Τότε το μυαλό μου πήγε - δεν ξέρω γιατί - στους τρεις τους, στις καρέκλες απέναντί μας, όταν μας έκαναν μάθημα και μας μιλούσαν. Κι ήταν αυτό κάτι που μου έδωσε κουράγιο και ηρεμία...

29/7/17

"υποστατικό"




Εκείνη την ημέρα μού έδωσε ένα σημείωμα που έγραφε τη διεύθυνση του γραφείου: Σίνα 2. Δεν ήμουν σίγουρη για την εξώπορτα ούτε τι υπήρχε στο 1 ή στο 3, από μνήμης, αν και τη Σίνα την ήξερα όπως το σπίτι μου - που λένε. Έσκυψα να δω το σημείωμα καλύτερα αλλά τώρα που το ξανασκέφτομαι το έκανα μάλλον γιατί είχα μιαν αίσθηση ντροπής -  συστολή, καλύτερα. Κοιταχτήκαμε στα μάτια και ήταν σα να συνεννοηθήκαμε, άλλωστε αυτό το κάναμε συχνά, κάθε φορά που είχαμε μια συνάντηση. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε στο μυαλό η λέξη " υπόσχεση" και άρχισε το μυαλό μου να τραβά το δικό του μονοπάτι, όπως κάθε φορά που δυσκολευόμουν να μαντέψω την πρόθεση του απέναντι. Μια υπόσχεση βρίσκεται πάντα κάτω από τη σχέση, ήταν σα να επανέλαβα στο μυαλό μου, κάπως σα να του υπενθύμιζα να το κρατήσει αυτό ως σημείωση, γι' αργότερα που ίσως θα χρειαζόταν να το ανασύρει. Ο καιρός ήταν χλιαρός και κανένα ιδιαίτερο καιρικό φαινόμενο δεν μπορούσε να σταθεί δικαιολογία ώστε να το φέρουμε στην αρχική συζήτηση που, ως είθισται, είναι σχεδόν πάντα άβολη. Χαμογέλασα. Χαμογέλασε και ήταν αυτό που μου άρεσε περισσότερο σ' αυτό το πρόσωπο, σε συνδυασμό με μιαν υπόνοια πονηριάς και υπόσχεσης - αυτής που λέγαμε -  στη σπινθηροβόλα ματιά. Μου έγνεφε με το χέρι να καθίσω στον καναπέ ή σε μια πολυθρόνα, διατηρώντας ακόμη αυτό το χαμόγελο.

5/10/16

ολοκλήρωση αυτής της διαδρομής - le temps retrouvé...








Ο πληγωμένος χρόνος σπαρταράει. Περπάτησα πολύ μέχρι που έφτασα σε μια δική μου ζωή.

29/8/16


Θα φύγουμε κάποτε αθόρυβα καί θα πλανηθούμε / Μες στις πολύβουες πολιτείες
Καί στις έρημες θάλασσες. / Με μιά επιθυμία φλογισμένη στα χείλια μας.
Είναι η αγάπη που γυρέψαμε / καί μας την αρνήθηκαν...

                                                                                                M. A.








22/7/16

19



Mε περίμενε με τη μαμά κάτω, στο συντριβάνι - από μακριά φαινόταν ένα ζευγάρι μιας κάποιας ηλικίας σ' ένα καλοκαιρινό πρωϊνό, από κοντά ήταν οι γονείς μου. Για λίγα δευτερόλεπτα, από τη στιγμή που μου έγιναν αντιληπτοί μέχρι να παρκάρω πρόχειρα κοντά τους, έριχνα κλεφτές ματιές μέσα από τα γυαλιά ηλίου. Δεν ξέρω για πόσο ακόμη θα είναι μαζί και αυτό, από μόνο του, εκτός από στενάχωρο τους κάνει και πιο σημαντικούς. Τώρα αρχίζω να προσέχω λεπτομέρειες πάνω τους που παλιά θα τις προσπερνούσα - αν όχι θα με ενοχλούσαν. Τώρα οι μικρές λεπτομέρειες φαίνονται, ανάλογα, χαριτωμένες, αστείες, καθησυχαστικές, ανησυχητικές - πάντως άξιες παρατήρησης.
Μια μικρή αμηχανία στην αρχή αλλά την προσπέρασα όπως προσπέρασα τα μπροστινά, αργά αυτοκίνητα με τους νυσταγμένους οδηγούς. Έτρεμα κι εγώ από την αυπνία αλλά δε χρειαζόμουν καφέ. Ο μπαμπάς, λίγο επιφυλακτικός στην αρχή, όπως ταιριάζει - δίκαια - στην ιδιότητα του φιλοσόφου που του έχει αποδοθεί, κάθισε λίγο αργότερα πιο αναπαυτικά και με ρώτησε πώς είμαι, τι κάνω, τι με κάνει χαρούμενη. Τα φάρμακα και ο χρόνος τον έχουν κάνει ακόμη πιο στωϊκό, πιο υπομονετικό ίσως, πιο προσηνή. Δυσκολεύτηκε να βάλει τη ζώνη, έπρεπε να τον βοηθήσω εγώ. Στο μυαλό μου περνούσε η σκέψη-φράση που είχα διαβάσει και που μου είχε επιβεβαιώσει αργότερα και ο Γιώργος :"πρώτα θα έχουμε ένα ξαφνικό πάγωμα στο περπάτημα". Φοβόμουν ότι θα συνέβαινε εκείνη τη μέρα και ήμουν σε επιφυλακή. Στο δρόμο μου είπε πολλές ευχές με την κυρίαρχη να είναι το να είμαι πάντα ευλογημένη και κάθε μου βήμα να είναι "επ'αγαθώ''.Οι ευχές έρχεται χρονική στιγμή που σε λυπούν γιατί όσο όμορφες είναι, τόσο περισσότερο σκέπτεσαι ότι σίγουρα λιγοστεύουν, λόγω χρόνου, και έχεις ίσως και μια υποψία μήπως είναι από τις τελευταίες που ακούς από το συγκεκριμένο άτομο. Μοιάζει με ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα στην παραλία, τη στιγμή που βλέπεις ότι ο ήλιος δύει πίσω από τα βουνά και το σκοτάδι αρχίζει και πέφτει γρήγορα, με γρήγορο ρυθμό. Το φως λιγόστευε σταδιακά αλλά εσύ δεν του έδινες σημασία μέχρι μια δεδομένη στιγμή που δε μπορείς πια να το αγνοήσεις.
Βγήκε με κόπο από το κάθισμα του συνοδηγού και όχι μόνο μια φορά. Πήγαμε σε όλα τα ραντεβού του, στα εύκολα και στα λιγότερο εύκολα. Από το ένα ραντεβού στο άλλο, είχε τη γνώριμη συστολή που έχω κι εγώ, όταν κάποιος με εξυπηρετεί και αισθάνομαι ότι ίσως να τον κουράζω ή τελοσπάντων να του παίρνω από το χρόνο του. Είμαι η κόρη αυτού του πατέρα, αναγνωρίζω πλήρως εδώ το πώς αισθάνεται. "Χαίρεσαι, μπαμπά;;;" - τον ρωτούσα, ακουμπώντας τον στο πόδι και χαϊδεύοντάς τον απαλά, όπως όταν μου έκανε εκείνος όταν ήμουν παιδί και οδηγούσε ενώ εγώ κοιτούσα το τοπίο αμίλητη.  Σιωπή τώρα απλωνόταν μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου και δεν ήξερα αν προέρχεται από κούραση ή από κάτι που δε μπορούσα να μαντέψω.
Στην επιστροφή μου είπε κάποια αστεία, δοθείσης της ευκαιρίας, από τη ζωή στο χωριό του όταν ήταν παιδί και οι εμβληματικές φυσιογνωμίες των συγχωριανών του ζωντάνεψαν ξανά στα μάτια μου, για πολλοστή φορά. Μου συμβαίνει συχνά τώρα να τον παροτρύνω να μου αφηγηθεί ξανά ένα στιγμιότυπο από τον Δείνα ή από τον Τάδε και κάθε φορά γελάω σα να είναι καινούρια αυτά που ακούω. Παπαδιαμαντικές φιγούρες μιας άλλης εποχής. Ίσως γι' αυτό και το περιβάλλον του Παπαδιαμάντη να ήταν για τον μπαμπά τόσο οικείο.
"Μπαμπά, σ' αγαπώ, το νιώθεις;;;" - του είπα, αποχαιρετώντας τον, νωρίς το απόγευμα.
"Εγώ περισσότερο...", είπε σιγανά, κοιτώντας κάτω χωρίς να απαντήσει, ακριβώς, στην ερώτηση. Αλλά είχα καλυφθεί.

28/3/16




Στο μεταίχμιο ενεστώτα και παρατατικού, με στεγνό το στόμα και αναμνήσεις που γίνονται βόλια...

16/1/16

ξημέρωμα



Καθώς φύτευα τα γεράνια, ένας ασπροζαχαρί γατούλης ήρθε μάλλον να βοηθήσει. Στην αρχή λίγο καχύποπτος - πότε να ήταν η τελευταία φορά που τον χάιδεψαν; - μετά ξεθάρρεψε και άρχισε τις κουτουλιές. Υγρή, κουφετί μύτη και κίτρινα μάτια που κοίταζαν σα να έρχονταν από πολύ μακριά. Αν ξανάρθει, θα τον φωνάζω Ζαχαρία. Ήταν η μόνη ζωντανή παρουσία σε κείνη ακριβώς τη μεριά που έχει κάτι το σκιερό και απόκοσμο.Ήταν ωραία μέρα, λαμπερή, σαν από αυτές που θα εκτιμούσε ο εθνικός ποιητής. Μπλε, καθαρός ουρανός και μια υποψία αέρα, ίσα για να σου χαϊδεύει το πρόσωπο. Έπιασα να της μιλώ στα γαλλικά αλλά νοερά - ήταν τόση η ησυχία που φοβόμουν ότι θα με ακούσουν τα πουλιά πάνω στα κυπαρίσσια και τέτοια συζήτηση είναι πάντοτε ιδιωτική. Μου μιλάει με τις σιωπές της και βρίσκω τις απαντήσεις της κοιτάζοντας το χώμα ή τον ουρανό. Προσπαθώ να μαντέψω τι θα ήθελε και πιστεύω πως παίρνω τη σωστή απάντηση καθώς μας ενώνει μόνο η αγάπη.

Χαράζει. Άρχισα να εκτιμώ το πρώτο φως της μέρας και τη διαύγεια - τοσο στην ατμόσφαιρα όσο και στη σκέψη. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι έχει, κανείς, χορτάσει ύπνο. Υπάρχουν αρκετά σημάδια ότι είσαι πια μεγάλος, ανεπιστρεπτί. Και ένα είναι αυτό, για μένα.

14/1/16



Η γνώμη κάποιου για σένα δε χρειάζεται να γίνει η πραγματικότητά σου. Είναι, απλώς, μια γνώμη. Μην την τρέφεις.

6/1/16

Φώτα


Εν δε φάει και όλεσσον!,ζητάει ο περήφανος Αίαντας από τον Δία. Σκότωσέ μας αλλά αν το κάνεις , τουλάχιστον κάνε το μέσα στο φως! Από τον Όμηρο μέχρι τον Ελύτη και τον Σεφέρη των ημερών μας - αν σκεφτούμε τους ποιητές, φτάνοντας μέχρι τους Προσωκρατικούς στη φιλοσοφία. Η νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι. Και από τα δημοτικά τραγούδια όπου υμνείται το φως, σε αντίθεση με το μαύρο σκοτάδι, μέχρι τους Νηπτικούς Πατέρες της Εκκλησίας όπου συναντάμε την έλλαμψη, εκείνες τις ακτίνες φωτός που φέρνουν ως δωρεά την πλήρη συνειδητότητα μαζί με το δέος και τη θεία χάρη.
Καλή φώτιση.Τη χρειαζόμαστε.

2/1/16



Στο τραπέζι είχαμε τρεις βασιλόπιττες. Η μια ,χειροποίητη, της οικοδέσποινας η άλλη, αγορασμένη από εδώ και η τρίτη, άλλων. Στις δύο βρήκα το φλουρί εγώ. Γελούσαν μέχρι και τα μουστάκια μου - που δεν έχω, αλλά λέμε. Ακόμη και οι απόντες ήταν παρόντες, με έναν τρόπο. Καλή χρονιά!

31/12/15

23/12/15

ευχές


Τα κωνοφόρα της βεράντας έβαλαν τα καλά τους για την περίσταση. Και σκέφτηκα ν'ανεβάσω τη φωτογραφία, μια που την είδε ο μπαμπάς και χάρηκε τόσο πολύ. Καλά Χριστούγεννα για όλους!

6/12/15

επι / σκέψεις με πολλές αφορμές και ένα από τα ωραιότερα - κατά τη γνώμη μου - ποιήματα του Νίκου



Ποιος χάιδεψε ποτέ τους γάτους των νεκροταφείων; 
Οι φύλακες τους κλωτσάνε οι παπάδες το ίδιο 
και οι νεκροί - 
οι νεκροί σιγολιώνουν σιωπηλοί μέσα στο χώμα.
 Και οι γάτοι γυρίζουν, γυρίζουν ανάμεσα στους τάφους βρώμικοι, 
πειναλέοι μακάβριοι άγριοι 
έχοντας εμπιστοσύνη μόνο στους νεκρούς (μόνο οι νεκροί δεν κλωτσάνε).

 Όταν βγαίνει ο ήλιος παριστάνουν συχνά τα επιτύμβια γλυπτά 
ακίνητοι στο υψηλότερο σημείο ενός μνημείου. 
Πρέπει να είναι οι πιο αυτόνομοι γάτοι. 
Τόσοι πολλοί 
μια πολιτεία υπέργεια παράλληλη με την υπόγεια των νεκρών. 
Τη νύχτα ουρλιάζουν και συνουσιάζονται πάνω στις πλάκες. 
Τη νύχτα κανείς δεν τολμά να ταράξει τους νεκρούς ή τη μακρόσυρτη οδυνηρή ηδονή. 
Άγρια ελευθερία αγορασμένη από το μηδέν με πείνα. 
Οικιακά ζώα χωρίς οίκους - 
έξω από τους οίκους των μαυσωλείων ερμητικά κλειστούς μη διαπηδήσει θάνατος στη ζωή. 

Καμιά στέγη (τα κυπαρίσσια ανελέητα ορθά)
 Κι όταν βρέχει 
Οι γάτοι που μισούν το νερό
 Όσο εμείς το θάνατο 
Στήνονται στωικά -σταγόνα σταγόνα ως το κόκαλο. 

Εγώ, αντί για κόλλυβα στους νεκρούς (που δεν τρώνε)

 πηγαίνω φαγητό στους γάτους που καταβροχθίζουν. 
Κι ανάμεσα στους συγγενείς των πεθαμένων κυκλοφορώ 
ο συγγενής των γάτων που είναι άγριοι και μόνοι
 και ποτέ δεν μ' άφησαν να τους χαϊδέψω. 



(O συγγενής των γάτων)


Νίκος Δήμου

5/11/15




Αυτό που σου λείπει, αυτό ταυτόχρονα σε κάνει και να υπάρχεις.



31/10/15

μετατόπιση




Κατά τη διάρκεια ενασχόλησης με δύσκολα προσεγγίσιμα θέματα στη ζωή - διλήμματα που σε καθορίζουν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σκέψεις για το μέλλον που δεν έχουν μια έτοιμη και ξεκάθαρη απάντηση - και αποφασίζοντας μετά, παρά τις αντιξοότητες, να ριχτείς σε αυτά με όλο σου το είναι, κάποιοι θα απορούσαν πώς σκέφτεσαι καν να προχωρήσεις τη στιγμή ακριβώς που είσαι ενήμερος για πράγματα που θα μπορούσαν να ματαιώσουν το όνειρό σου ή, χειρότερο σενάριο, να πάνε όλα στραβά καταμεσής. Αλλά το ζήτημα το βλέπω αλλιώς. Πιστεύω πως το βάρος δε θα έπρεπε να πέφτει ανησυχώντας για πιθανές εναλλακτικές, ένα ενδεχόμενο plan b ή στη διαρκή επαγρύπνηση του τι θα μπορούσε να πάει στραβά στην πορεία αλλά - κυρίως -  στο πόση αγάπη μπορεί να υπάρξει ακόμη και όταν όλα φαίνεται ότι θα πάνε στραβά. Αν μπορέσεις να απαντήσεις σε αυτό, τότε όλα θα είναι "εύκολα".

27/10/15

28



Τέτοιες μέρες θυμάμαι έντονα από τις αφηγήσεις του, τη ζακέτα της γιαγιάς του Γιάννη, θυμάμαι και στιγμιότυπα από τον πατέρα του χωρίς να τους έχω γνωρίσει ποτέ. Μέσα από απίθανα μονοπάτια, συνδέσεις και δρόμους ζουν για πάντα μέσα μας εκείνοι που έφυγαν, και οι δικοί μας και οι αγαπημένοι των φίλων, για όσο τουλάχιστον εμείς θα τους επι -σκεπτόμαστε, νοερά.

12/10/15

resilience



Τίθεται κάποιες φορές μια ερώτηση, διατυπωμένη μισά προκλητικά μισά αφελώς, αν η χορήγηση σεροτονίνης κάνει αυτόν στον οποίο χορηγείται να χαίρεται ξαφνικά ή υπερβολικά πολύ, αν γελάει χωρίς καν λόγο, αν νιώθει ευφορία, ευτυχία και αρκετές αφηρημένες έννοιες που αρχίζουν από ευ- και, ως εκ τούτου, υπόσχονται κάτι όμορφο.
Θα έλεγα πως μια τέτοια ρηχή προσέγγιση - λόγω άγνοιας τις περισσότερες φορές - δεν απαντά καθόλου στον τύπο της βοήθειας που η σεροτονίνη δίνει, όπου βέβαια αυτή χρειάζεται. Στη μείζονα κατάθλιψη η ιδιαίτερη θλίψη που νιώθεις δε μπορεί να γίνει "δημιουργική" - αν αυτό μπορεί να το πει κανείς, δεν αποτελεί το έναυσμα ή το εφαλτήριο για να αντιμετωπίσεις την κενότητα που εξαρχής "τρώει" κάθε υποψία δημιουργικής σκέψης ή αντιμετώπισης, δεν είναι θέμα απόφασης ή μη, δύναμης θέλησης ή μη, να σηκώσεις το κορμί σου από εκεί που το άφησες πριν ώρες, να φας ή να κάνεις ένα μπάνιο - παραθέτω συνηθισμένα πράγματα της καθημερινότητας που υπό κανονικές συνθήκες δεν τα "σκεφτόμαστε". Δεν τίθεται θέμα "δύναμης" ή "αδυναμίας" χαρακτήρα που αρκετοί, αφελώς, ισχυρίζονται. Η σεροτονίνη δίνει μια "ανθεκτικότητα" στο βάρος της θλίψης που δε σε απασχολεί μόνο έντονα αλλά σε έχει ήδη συντρίψει. Η θλίψη συνεχίζει να υπάρχει μαζί σου (και να μοιάζει σα να σε έχει παγιδεύσει) εφόσον είσαι ζωντανός και παρών αλλά βοηθά να σε κρατήσει "ζωντανό", με την έννοια του ότι - αν μπορώ να το συνοψίσω με λόγια - "ναι, είναι αληθινή όλη αυτή η "έρημος" και η ακηδία ή, κάποτε, και ο απάνθρωπος τρόμος αλλά είναι βέβαιο ότι θα τη διασχίσεις και θα τελειώσει κάποτε και μέχρι τότε δε θα περπατάς σαν από κάτω να είναι κενό, υπάρχει το στέρεο έδαφος στο οποίο πατούσες και πριν την έναρξη των συμπτωμάτων".Συνοψίζοντας, αντέχεις να διασχίσεις αυτήν την έρημο όταν και η υποψία όασης ψυχανεμίζεσαι ότι είναι ακόμη μακριά.


5/10/15



Κρατούσε στο χέρι ένα σωρό εξετάσεις, από εκείνες που μπαίνουν σε κάτι μεγάλες υφασμάτινες τσάντες, "καθωσπρέπει". Ξέρεις, ψιθύρισε σχεδόν συνωμοτικά πλησιάζοντας στο αυτί μου και ενώ βρισκόμασταν περίπου στον έβδομο καφέ από την αρχή της συνάντησης, ...μου είπαν ότι θα πεθάνω και θέλω να σε ρωτήσω κάτι που δεν στο έχω ρωτήσει ποτέ...αν με αγάπησες καθόλου αυτά τα χρόνια...γιατί θα πεθάνω και πρέπει να το ξέρω, αυτό, αλλιώς θα αναρωτιέμαι. Αυτό, ήθελα να σου πω...τόνισε, στο τέλος, με αμηχανία κι έναν αναστεναγμό ανακούφισης ότι το δύσκολο τώρα πια είχε περάσει - το μπαλάκι  ήταν σειρά μου να δω τι θα το κάνω, τελοσπάντων να πω ό,τι είχα να πω. Εδώ είναι συνήθως η στιγμή που υποτίθεται ότι παγώνει ο χρόνος κι εσύ, χωρίς να ρωτηθείς,  βλέπεις όλη την ταινία από την αρχή, λίγο fast forward ίσως σε σημεία επιφανειακά αδιάφορα και ανώδυνα για να συνεχίσουν μετά σε slow motion οι επικίνδυνες στροφές, οι περιδινήσεις, τα μετέωρα λόγια, η ηχώ από κάτι πολύ μακρινό, κάπου- κάπου συλλαβές κομμένες μόνο, αλλά που σε στοιχειώνουν ακόμα. Και ποιος είναι αυτός ο μεγαλόκαρδος με τη μεγάλη σκιά, ξαφνικά, που είναι ασκαρδαμυκτί έτοιμος να μοιράσει τις ευθύνες και τις αποφάσεις, γονιός του εαυτού σου κι ο εαυτός σου μαζί, μεγαλωμένος και αποφασιστικός,  που ανέβηκε πια σχεδόν στην κορυφή του λόφου και τώρα του αποκαλύπτεται, πανοραμικά, το τοπίο; Πολύτιμος, ο χρόνος. Κι εμείς, πιο σοφοί.

3/10/15




Η αγάπη θα βρίσκει πάντα τον τρόπο, το χρόνο και το δρόμο.

11/7/15

όνειρο





Nα μην ξεχάσω το όνειρο: μετακομίζω πρόσφατα και πρώτος στο σπίτι έρχεται ο κ. Θ. Ερχόμενος, βρέχει έξω σιγανά και έχει μαζί του είτε αδιάβροχο είτε ομπρέλα - "θύμησέ μου να στο χαρίσω!", λέει, συγκινημένος, αλλά βλέποντας τα μάτια του συγκινούμαι κι εγώ και με πιάνει ο γνώριμος κόμπος στο λαιμό. Του λέω πως δε θα το δεχθώ αυτό το "δώρο" γιατί δε χρειάζεται να το κάνει. Η περιοχή είναι καινούρια και μοιάζει με κάτι σαν Χολαργό χωρίς να ξέρω ακριβώς πώς είναι ο Χολαργός στην πραγματικότητα. Έχει στοιχεία από ευρωπαϊκές πόλεις. Κάνω ένα γύρο τη γειτονιά για να τη μάθω, αφήνοντας στο σπίτι μόνο του τον κ. Θ. και λέγοντάς του πως θα επέστρεφα σε λίγο για να του δείξω το σπίτι και να τον ξεναγήσω στους χώρους του - ήταν μεγάλο, με ευρύχωρα μπαλκόνια και βεράντες. Βιαζόμουν να γυρίσω γιατί αν νύχτωνε δε θα είχαμε τη δυνατότητα να δούμε την κάθε λεπτομέρεια - ακόμα ακόμα ούτε εγώ είχα προλάβει να εξερευνήσω όλα τα δωμάτια. Τα πράγματα ήταν στη θέση τους αλλά υπήρχαν και μερικά για να τακτοποιηθούν και να βρουν το χώρο τους. Στη γειτονιά και σε απόσταση αναπνοής ήταν ένα μεγάλο σεξολογικό ινστιτούτο - είδα την επιγραφή και θυμήθηκα χαμογελώντας τον Θάνο. Ακριβώς δίπλα ένα φροντιστήριο νορβηγικών, μεταξύ άλλων γλωσσών και παραδίπλα ντελικατέσσεν με παράξενα προϊόντα - από φαγώσιμα με ιδιαίτερες μυρωδιές και συσκευασίες μέχρι περίεργα ρούχα και αξεσουάρ και ο χώρος/γειτονιά κάτι μεταξύ Νάπολης και Πλάκας. Πράσινοι σταυροί φαρμακείων αναβόσβηναν, οι δρόμοι γεμάτοι κίνηση. Οι τοίχοι των κτηρίων παλιοί και σαν από τερρακόττα, φουλάρια μακριά ανέμιζαν πάνω σε κούκλες δίπλα σε πίσω αυλές με κατσίκες και πρόβατα. Έκανα δυό-τρεις φορές την ίδια διαδρομή μέχρι να τη μάθω και στη στροφή, στο φανάρι, είχα αγωνία τι να γίνεται ο κ. Θ. στο σπίτι και αν είχε από μόνος του ξεκινήσει να περιεργάζεται τους χώρους. Ανοίγοντας την πόρτα, τον βλέπω να κουρεύει ένα αγόρι γύρω στα 12-13 και, τελειώνοντας, ο μικρός του δίνει την αμοιβή του και κάθεται μαζί μας στο τραπέζι, περιμένοντας και την άλλη παρέα που άρχισε σιγά-σιγά να μαζεύεται. Σκέφτηκα αμέσως πως ο κ. Θ. είχε ακόμη ένα ταλέντο και πως αυτό το γεγονός θα μπορούσε στις αρχές να μας αποφέρει χρήματα - θα έκανε τον κουρέα.Του πρότεινα να μη χρονοτριβούμε άλλο και να του δείξω τους χώρους του σπιτιού. Του έδειξα ένα μεγάλο μπαλκόνι με φυτά που οδηγούσε σε μια πίσω αυλή με καταγής διάφορα παλιά αντικείμενα "ατάκτως ερριμμένα", που θα έλεγε και η Χ. Εκείνος στρέφει την προσοχή του στις πρίζες του σπιτιού και στον πίνακα και εγώ σκέπτομαι πως δεν είναι αυτά που θέλω να του δείξω οπότε τον παρακινώ, με ευγένεια, να ρίξει μια ματιά σε άλλα πράγματα στα οποία και δίνω εγώ περισσότερη σημασία. Το κουδούνι χτύπησε και ήρθαν δύο κοπέλες, καθηγήτριες της νοηματικής, μαζί με άλλα παιδιά και σιγά-σιγά καθίσαμε όλοι στο τραπέζι με το φωτιστικό να φωτίζει τα πρόσωπά μας. Η εποχή έμοιαζε με φθινόπωρο - σίγουρα όχι καλοκαίρι πάντως. Ρώτησα τη μια κοπέλα αν της ήταν δύσκολο να μάθει τη νοηματική, μιλώντας της κι εγώ με σήματα κι όχι με τη γλώσσα και, μπροστά στη δικαιολογημένη έκπληξή της, της ανέφερα πως έκανα κι εγώ κάποτε μαθήματα νοηματικής. Εκείνη χαμογέλασε κι απάντησε ότι δυσκολεύτηκε στην αρχή. Σχεδόν ταυτόχρονα, καθένας που πλησίαζε στο τραπέζι μας "μιλούσε" με νοήματα κι όλοι καταλαβαίναμε. Υπήρχαν αρκετά παιδιά στο τραπέζι, κυρίως αγόρια -  ήταν σα να μαζευτήκαμε για μάθημα. Αλλά το μάθημα περιελάμβανε και μουσική κι εγώ, εκτός από κιθάρα, τους είπα ότι θα φέρω ένα ακκορντεόν για να τους συνοδεύσω στη μελωδία τους. Έμοιαζε να νυχτώνει και η παράταιρη παρέα είχε μαζευτεί στην κουζίνα - κάποιοι είχαν φέρει και τα ποδήλατά τους μέσα στο διαμέρισμα και τα είχαν "παρκάρει" σε μια γωνιά. Η γειτονιά δεν είχε ακόμη εξερευνηθεί γιατί έτρεχα με τις δουλειές και τους φίλους και δεν είχα προλάβει να τα μάθω όλα στην περιοχή. Ήταν μια παράξενη αρχή.

10/7/15

hasard




Κάποτε, όταν ο Θεός θέλει να διατηρήσει την ανωνυμία του ή μια εκκωφαντική "σιωπή", αυτό εμείς μπορεί να το ονομάσουμε τύχη ή ατυχίες.

30/6/15

G - M. S

 
 
Μέσα σε όλα, εκείνες τις ημέρες ήρθε ο Guy-Michel. Αφού τον χαιρέτησα και θυμηθήκαμε το πώς είχε εκλάβει το περιστατικό με το ούζο, μου πρότεινε να πιάσουμε ένα τραπεζάκι για να καθίσουμε να μιλήσουμε ήσυχα. Του εξηγούσα και του εξηγούσα και όσο περνούσε η ώρα τόσο ελάφραινα μέσα μου γιατί έβλεπα ότι καταλάβαινε ό,τι του έλεγα. Με άλλα λόγια, του φαίνονταν απόλυτα λογικά όλ' αυτά κι έτσι έπαιρνα κι εγώ αναδρομικά τις απαντήσεις μου μέσα απ' αυτό το καθρέφτισμα. Ήθελε να μάθει για τον καιρό που πέρασε -  έσκυβε να με ακούσει με προσοχή, όπως όταν δύο ισότιμοι συνομιλητές φέρνουν στο τραπέζι τις ιδέες τους. Καθώς του ανακοίνωνα τις προτάσεις κουνούσε το κεφάλι του καταφατικά και όταν ήρθε η ώρα για να συνοψίσουμε έπιασε το τραπέζι με ανοιχτά τα χέρια, σα να ήθελε να το αγκαλιάσει. Ήταν λίγο υγρό στις άκρες, από νερά που είχαν πέσει από το δίσκο. Πήρε το ποτήρι με το υπόλοιπο νερό και το έριξε στο φυτό που φαινόταν να διψάει. Του φάνηκαν όλα σημαντικά και αυτό ήταν το έναυσμα για να συνεχίσω. 

21/6/15

του Θανάση, εκείνος ξέρει...


 
 Τόσο καιρό μετά και ύστερα από κοπιαστικές εργασίες η πληκτρολόγηση σου φαίνεται περίεργη, παράταιρη με την καθημερινότητά σου. Αλλάζουν οι προτεραιότητες. Δειλά, τα δάχτυλα, πάνε να ξαναβρούν το ρυθμό τους. Ίσως τελικά να είχες δίκιο όταν, μέσα στις μπερδεμένες σου σκέψεις, ανησυχούσες πόσο πουλάω το γάλα στην αγορά και μήπως οι μεγαλέμποροι με γελάσουν στην τιμή των φρούτων. Όσο πιο μακριά είσαι στα πράγματα, τόσο πιο κοντά στο κρυφό τους καρδιοχτύπι βρίσκεσαι - κάπως έτσι δεν το έλεγε ο Ελύτης; Έχω να πιάσω τόσο πολύ καιρό ποίημά του, που το μυαλό σκαλώνει σε κάποιο καίριο στίχο - δε θυμάται τη συνέχεια.
Ένα γαλάζιο μπαλόνι, το πιο αθώο γαλάζιο που θα μπορούσες να φανταστείς, ήρθε και έκανε ένα απόγευμα γκελ ανάμεσα στα αυτοκίνητα που προσπαθούσαν να το αποφύγουν χωρίς να περάσουν από πάνω του ή να το πατήσουν. Παρατήρησα για λίγο τους οδηγούς - ταξιτζήδες, νταλικέρηδες και "συνηθισμένοι" άνθρωποι. Ποίηση μπορείς να συναντήσεις παντού, με κάθε αφορμή.
Κάτι νέο που έμαθα: στα σουηδικά, αυτό που είναι "δώρο" για τους Άγγλους (gift), για τους Σουηδούς είναι δηλητήριο. Ίδια λέξη, διαφορετική τελείως σημασία ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Πάντα μου άρεσε να παρακολουθώ τις κρυφές διαδρομές των λέξεων.
Σήμερα γιορτάζει το φως, η νίκη του φωτός πάνω στο σκοτάδι. Συμβολικό. Εαρινή ισημερία. "Είθε να νικήσει το φως!", ευχήθηκε, πριν λίγο, και ο Νίκος, που σήμερα γιορτάζει.
 

7/12/14

Να θυμηθώ να μη μοιάσω στο Τέρας...

 
Η αρχή μιας πραγματικής επανάστασης θα ήταν να ξεκινήσουμε δίνοντας από το πλεόνασμα ή και το υστέρημά μας στους φτωχούς, στους άνεργους και στους απόκληρους αυτής της πόλης. Αλλά μάλλον έχουμε φτωχή φαντασία ή, έστω, πολύ ύποπτη: αποπροσανατολισμός, τυφλή βία και εκδίκηση. Ανακύκλωση του κακού.

29/11/14

Όταν η Σόνια συνάντησε την Ida...

 
 
 
ή αλλιώς : "χαμένοι στη μετάφραση". Εναλλακτικά: όταν η Ρωσία συνάντησε την Πολωνία....
Στον απελπισμένο θείο Βάνια του Τσέχωφ, απευθυνόμενη η Σόνια προς το τέλος του θεατρικού έργου, λέει με ένα μίγμα ελπίδας και βεβαιότητας ότι παρά τις δυσκολίες και όλες τις αντιξοότητες θα ζήσουν. "Θα ζήσουμε, θείε".... Στο τέλος της πολωνικής ταινίας Ida, ρωτώντας η κοπέλα κάποιον σχετικά με το μέλλον εκείνος της απαντά: "θα ζήσουμε", όμως παρά τις κάποιες ομοιότητες των δύο γλωσσών, η ακριβής μετάφραση από τα πολωνικά είναι: "αρχίζουν τα εμπόδια, οι δυσκολίες". Το ένα δεν αποκλείει το άλλο αλλά σίγουρα οι φράσεις δεν είναι ταυτόσημες.

26/11/14

Η αθωότητα...


που συχνά κατηγορείται για άγνοια του κακού ενώ εκείνη, ακριβώς γνωρίζοντας, επιθυμεί το αγαθό και επικεντρώνεται σε αυτό.

9/11/14

Αγάπη, μόνο... (και ένα φιλί)

 
 
Μια απίθανα μουντή, φθινοπωρινή μέρα. Έμοιαζε με παρισινή, αν εξαιρέσεις το νερό που δεν έπεφτε σε ψιλές σταγόνες αλλά σε κανάτια. Αγγελόπουλος και Φλώρινα για να σου δώσω να καταλάβεις. Αν ήταν νύχτα, που δεν ήταν, το σκηνικό θα ήταν άνετα από φιλμ νουάρ. Στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου καθόταν η ξανθιά κοπέλα με το ταψί το παστίτσιο που ήταν ακόμα ζεστό. Το αυτοκίνητο θα μύριζε μετά για ώρες αυτή τη χαρακτηριστική μυρωδιά του μοσχοκάρυδου. Αν πέσει αρκετό στο φαγητό, κάηκες - εκτός κι αν έχεις γερό στομάχι. Τα σκυλιά δεν ακούγονταν αλλά στην πραγματικότητα παραμόνευαν πίσω από το πορτάκι της αυλής, σαν εκείνα τα περίεργα παιδιά που βγάζουν παιχνιδιάρικα τη μισή μουρίτσα πίσω απ' την πόρτα να δουν τον επισκέπτη. Το πράσινο δερμάτινο παλτό έσταζε από τη βροχή μέχρι να μπω. Μια δυνατή μυρωδιά καφέ και δέρματος ερχόταν από μέσα. Αφέθηκα για λίγο σε μια φιλόξενη αγκαλιά, για δευτερόλεπτα. Μετά τοποθέτησα ό,τι είχα φέρει στο ωραίο τραπέζι του γραφείου. Μ' έβαλε να καθήσω κοντά στη τζαμαρία. Η βροχή έπεφτε κατά ριπές - πότε δυνάμωνε πότε λιγόστευε προς το απόγευμα. Από την καρέκλα του σκηνοθέτη έβλεπες το γκαζόν απέναντι, μια ωραία πράσινη ανοιχτωσιά που δε συνηθίζεται στις πόλεις. Κοιτούσα αρκετές φορές κάτω, το πάτωμα, κι αυτό από συστολή ή διάθεση για μια πιο ισότιμη ματιά με τον συνομιλητή. Πολλές ηλεκτρικές συσκευές, λάπτοπ, εκτυπωτής, τηλέφωνα σταθερά, τηλέφωνα κινητά, τηλεκοντρόλ...Βιβλία, χαρτιά, κλειδιά, συρτάρια, τσιγάρα, αναπτήρας. Το αιρ κοντίσιον έβγαζε αφύσικη ζέστη - λίγο να το έκλεινες, πάγωνες. Έπιανε να νυχτώνει. Ένα μελαγχολικό απόγευμα με μισάνοιχτο, φεύγοντας, ουρανό. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, θυμήθηκα μια ατάκα από μια ταινία που με είχε σημαδέψει όταν την είχα πρωτοδεί, στην εφηβεία μου: je t' offre de ce qui existe, ce que je peux de meilleur.
Είναι περίεργο. Τη νύχτα αυτή σε είδα σε όνειρο, πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό. Μετά τα γεγονότα εκείνου του Αυγούστου. Θυμάμαι ένα διαμέρισμα στην Αθήνα, άγνωστος χώρος. Κάπως παλιός. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι απαλό σιέλ, λαδομπογιά. Τους θυμάμαι καλά γιατί από' κεί πιάστηκα καθώς έπεφτα κάτω. Δεν ξέρω για ποιο λόγο είχα πάει σ' αυτό το χώρο ούτε με ποιον μιλούσα στην κουζίνα όταν ένιωσα πίσω μου μια παρουσία. Γύρισα το κεφάλι μου και σε είδα. Κρατούσες το όπλο του πατέρα σου και με σημάδευες ακαθόριστα, χωρίς να με κοιτάζεις. Εγώ πάλι, σε κοίταξα στα μάτια. Μετά είδα το όπλο. Ήταν τόση η έκπληξή μου που δεν πρόλαβα να φοβηθώ. Ήσουν σιωπηλός κι ανέκφραστος. Έριξες αμέσως, τρεις φορές. Οι δύο, συνεχόμενες, στη δεξιά μου πλευρά και μια με βρήκε αριστερά. Είχα την αίσθηση ότι οι σφαίρες άνοιξαν μέσα στο σώμα μου σε πολλά μικρά κομμάτια. Σήκωσα τα χέρια, κάπως για να στηριχτώ, κι εκεί ήταν που ακούμπησα στους τοίχους. Ήταν στενός ο διάδρομος. Ένιωσα έντονο κάψιμο και μετά σαν κάτι να διαλυόταν μέσα μου και να έσβηνε. Μου ξαναέριξες και μου φάνηκε τότε σα να σκότωνες και τον εαυτό σου μαζί. Σε κοίταξα με απορία για τελευταία φορά καθώς έπεφτα. Καθώς τα μάτια μου έκλειναν, το τελευταίο πλάνο ήταν ένας άσπρος ουρανός πίσω σου, στο παράθυρο.
 

8/11/14

 
Στους αδελφούς Καραμάζωφ - και όχι Καραμαζώφ - κάπου λέει ο Φέντια ότι εφόσον ο Θεός δεν υπάρχει, τότε όλα "επιτρέπονται". Το ρήμα είναι κάπως παρεξηγήσιμο και βούτυρο στο ψωμί για τον άθεο, τον υλιστή, τον άκριτο αντιρρησία. Αλλά ο μεγάλος ανατόμος της ψυχής, ήξερε πολύ καλά τι έλεγε και κυρίως το πώς το έλεγε. Αυτή η παγκόσμια φρίκη μέσα στην οποία ζούμε, η χωρίς πάτο, είναι η αναπαράσταση της ασυδοσίας που τη νομίσαμε για αυτοπροσδιορισμό και ελευθερία.

7/11/14

silent judgement


Dad...,sometimes you need to be nicer to me...
(from Magnolia)