29/12/2009

σκέψεις και ευχές

Όταν ήμουν μικρό παιδί, φεύγοντας με τον πατέρα μου από το σχολείο κάθε μεσημέρι, έβλεπα στον απέναντι φαγωμένο τοίχο το σύνθημα "διεθνής αμνηστεία!" και νόμιζα πως είχαν κάνει ορθογραφικό λάθος. Αμνησία, πίστευα πως έπρεπε να γράψουν. Το επεσήμανα μάλιστα μια μέρα, στον πατέρα μου. Οδηγούσε, θυμάμαι ακόμα το χαμόγελό του καθώς μου χάιδεψε τα μαλλιά. Διεθνής,παγκόσμια αμνησία... Λίγο καιρό μετά και αλλάζοντας σχολείο, ήρθε σε άλλο τοίχο και το σύνθημα "έξω οι βάσεις του θανάτου!" και ναι μεν είχα μεγαλώσει για να το καταλαβαίνω αλλά μου πήγαινε ο νους στις βάσεις της χημείας όπως και στη βάση που έπρεπε όλοι να περάσουμε για να προβιβαστούμε στην επόμενη τάξη. Εύκολο όμως ήταν, για τους περισσότερους, να περάσουμε τα μαθήματα, να πάρουμε τη βάση δηλαδή. Καμία, ιδιαίτερη, δυσκολία. Στη ζωή αργότερα, και έξω από τα σχολεία, τα Πανεπιστήμια, τις σχολές, η "βάση" φαίνεται πως είναι πολύ δύσκολα προσπελάσιμη. Γνωρίζω καλά ή λιγότερο καλά ανθρώπους αντικειμενικά επιτυχημένους στη ζωή που όμως δεν ξεπερνάνε το 10 - αν μιλάμε για την κλίμακα του 20 και μένοντας πιστοί στη σχολική βαθμολογία. Κρατώντας 2,5 χρόνια αυτό το blog και άλλα τόσα παρατηρητής των άλλων blogs μέσα στο Διαδίκτυο, "ανθρώπων γνώρισα πολλών τους τρόπους και τη γνώμη",για να θυμηθώ και το προοίμιο της Οδύσσειας. Εύχομαι, αυτό το 10 που έρχεται, να είναι σημαδιακό για όλους μας.Να είναι το 10 το καλό, που λένε. Ελπίζω το 2010 να καταφέρουμε να πάρουμε όλοι τη βάση ως άνθρωποι. Γιατί στο κάτω-κάτω, αυτό είναι και το πιο σημαντικό. Καλή χρονιά!

...καλή χρονιά για όλους!







20/12/2009

καλά Χριστούγεννα,παιδιά!

19/12/2009

zoom - in

Περπατάμε κατά μήκος του δρόμου που λες, κι εγώ έχω ήδη πάρει την απόφασή μου, βγάλει την ετυμηγορία μου.Κοιτάζω κάτω τις βρώμικες πλάκες και πιάνω τον εαυτό μου ν' αρχίζει το παλιό παιχνίδι - περπατώ μέσα τους προσπαθώντας να μην πέσω πάνω στις γραμμές του τετραγώνου που σχηματίζουν. Σκέφτομαι ότι αυτό γίνεται μόνο στις ταινίες και μάλιστα τις κακογυρισμένες. Ακόμα και ο άγνωστος περιπτεράς, ο καστανάς στο βάθος και ο πλανόδιος βιβλιοπώλης μου φαίνονται ξαφνικά καλοί και οικείοι. Γνώριμοι. Θα μπορούσα να αποχωρήσω. Αντ' αυτού προχωράω μέχρι το τέλος του αδιέξοδου. Προσπαθώ να το πάρω αλλιώς,να δω τα πράγματα όχι ρεαλιστικά - δε βοηθάει για την περίπτωση. Παίζουμε σε μια ταινία, λέω, κάπου εδώ όμως θα εμφανιστεί ο καλός μου Βέγγος με εκείνες τις ατάκες που με έκαναν να γελάω μικρή. Α-χα! - θα πει, για να με κάνει να γελάσω. Κυρία μου!!!, θα φώναζε - κάντε υ-πο-μο-νήηηη!, κουνώντας χαρακτηριστικά το κεφάλι του, αριστερά- δεξιά.
Πίσω στα δικά μας: Ο άνθρωπος που με συνοδεύει λέει διάφορα, ομιχλώδη, σα να τελεί υπό σύγχυση. Μου έρχονται στο μυαλό οι λέξεις ρυπαρότητα και λιπαρότητα και τις σκέφτομαι σα σε φωτεινή επιγραφή, την ορθογραφία τους, τίποτε άλλο. Μου χώνει έναν αριθμό τηλεφώνου στην πίσω τσέπη του τζιν κρατώντας μια ιδέα παραπάνω το χέρι εκεί - άρχισαν τα όργανα..., που έλεγε και ο Γούναρης. Μια άσχημη μυρωδιά πλανιέται στον αέρα και δεν είναι η εντύπωσή μου. Θυμάμαι ένα γνωστό μου, στο Παρίσι, που όταν έμπαινε πεινασμένος σπίτι έπεφτε με τα μούτρα στα μήλα μέχρι να ετοιμαστεί το φαγητό και έτρωγε αχόρταγα, άρπαζε στην κυριολεξία τα φρούτα από το τραπέζι και τα μασουλούσε, άπλυτα καθώς ήταν. Δεν καταλάβαινε τι του έλεγες, δεν έδινε σημασία και σεισμός να γινόταν μέχρι να κορέσει την πείνα του.Έτσι κι εδώ. Επιστρέφοντας στο σπίτι και χωρίς να έχω καν δίλημμα για το τι θα κάνω, έβαλα κατά λάθος το τζιν μαζί με το χαρτί στο πλυντήριο.Όταν το άπλωνα, όλα είχαν διαλυθεί. Ακόμα και οι αμφιβολίες μου.

16/12/2009

σειρήνες




Ίσως αυτό το τραγούδι να έχει ταυτιστεί πολύ με τον "Κόκκινο κύκλο" και την "10η εντολή" της τηλεόρασης. Μπορεί και γι'αυτό να μου φέρνει μια ανατριχίλα όταν το ακούω, αργά το βράδυ - νωρίς το ξημέρωμα. Από τα ωραιότερα των Madrugada.Κάθε φορά που πατάω το play, νιώθω γρήγορα βήματα να τρέχουν σε σκάλες και κοφτές ανάσες από λαχάνιασμα κάτω από το ασημί-μπλε φως του φεγγαριού και της νύχτας.

12/12/2009

Το "έβδομο ανακοινωθέν" που το πιστεύω εγώ για πρώτο...


"Το έβδομο ανακοινωθέν» εξεδόθη στο όνομα των Ερυ­θρών Ταξιαρχιών. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες το διέψευσαν. Αρ­γότερα αποδείχθηκε ότι ο συγγραφέας του συγκεκριμένου κειμένου, κάποιος ονόματι Πικιαρέλι, παραχαράκτης στο επάγγελμα, το έγραψε κατά παραγγελία "αγνώστου" τινός. Ο ίδιος δολοφονήθηκε το '84. Παραμένει μυστήριο ποιος και γιατί παράγγειλε το ψεύτικο ανακοινωθέν. Λέχθηκε ότι ο θάνατος του Μόρο ήταν το αποτέλεσμα μυ­στικής συμφωνίας ανάμεσα στη CIA και την KGB, που δεν επιθυμούσαν την αλλαγή τού μεταπολεμικού συμφώνου τής Γιάλτας την οποία υποστήριζε ο χριστιανοδημοκράτης ηγέ­της. Ως σήμερα τίποτα δεν έχει αποδειχθεί και η φήμη εξακο­λουθεί να πλανάται. Η εκδοχή ωστόσο μοιάζει αληθοφανής. Το παρόν βιβλίο είναι μια παραχάραξη. «Το "έβδομο" ανακοινωθέν» είναι ένα φανταστικό δοκίμιο και παράλληλα μια φανταστική αυτοβιογραφία - ένα μυθι­στόρημα. Ακροβατεί μεταξύ ιστορικών γεγονότων και μυθοπλασίας. Τρομοκράτες, παρακρατικοί, στρατηγοί, φύλακες, πολιτικοί, δημοσιογράφοι και δικαστές ζουν, πράττουν και μιλούν ανά­μεσα μας. Ανασαίνουν τον αέρα μας, μοιράζονται τις σκέψεις μας. Μας χτυπούν, μας βρίζουν, μας καθοδηγούν. Μας κλεί­νουν το μάτι και με τη μυθική τους διάσταση εισβάλλουν στο μυαλό και τη φαντασία μας.

07/12/2009

σημειώσεις ημερολογίου


Μέχρι τα μισά του δρόμου ο καιρός είχε κάτι από εκείνα τα φθινοπωρινά πρωϊνά του 91. Η άσφαλτος γλιστερή κι ένας αδύναμος ήλιος. Μακριά τα φουγάρα των εργοστασίων. Δεν ήθελα μουσική - προτιμούσα να σκεφτώ και να' χω το νου μου στο δρόμο. Κάθε τόσο αναστέναζα. Το κατάλαβα για τα καλά όταν έφτανα στα διόδια κι έγειρα μπροστά να πάρω χρήματα από το σκαφάκι. Τότε άκουσα την ανάσα μου. Μου λένε πως το κάνω συχνά - το ξέρω αλλά δεν καταλαβαίνω πόσο. Μπαίνοντας στη μικρή πόλη μού φάνηκε αδιάφορη σαν ξένη. Ήμουν ήρεμη. Με υποδέχθηκε πρώτος εκείνος και μου έκανε χώρο να βάλω το αυτοκίνητο στο γκαράζ του σπιτιού. Φαινόταν να τα έχει λιγάκι χαμένα. Είδα τον κήπο και καθίσαμε για λίγο στο αίθριο, δυό λόγια πριν περάσουμε στο εσωτερικό από την πόρτα της κουζίνας. Εκείνη περίμενε αγέρωχη αλλά κουρασμένη έξω από την πόρτα - καλώς την, είπε. Προχώρησα στο εσωτερικό του σπιτιού. Μύριζε ξύλα από το τζάκι και μαγειρεμένο φαγητό.Το καθιστικό στολισμένο κι όλες οι απαραίτητες προετοιμασίες για το απόγευμα. Παντού γλυκά σε πιατέλες.Τηλεφωνήματα διέκοπταν τη σύντομη συζήτησή μας και αυτό ήταν καλό. Άνοιξαν τα δώρα τους, με ευχαρίστησαν. Πρώτη φορά που δε σκεπτόμουν να τελειώσουν τα διαδικαστικά και να φύγω. Ήμουν κάπως σαν αδιάφορη ως προς αυτό.Φάγαμε μέσα σε μεγάλα διαστήματα σιωπής - τα ακριβά μαχαιροπήρουνα αστραφτοκοπούσαν καθώς έκοβαν, ανάμεσα στα δάχτυλα. Παρατήρησα την πορσελάνη. Πρέπει να ήταν πρόσφατα αγορασμένα τα πιάτα - δεν τα αναγνώριζα. Κι εκείνο το καντηλέρι πρώτη φορά το' βλεπα. Φαίνεται πως λείπω πολλά χρόνια. Μετά περάσαμε στο σαλόνι και φάγαμε το γλυκό, ήπιαμε ένα ωραίο λικέρ. Ο δύσκολος καιρός που αναμένεται να έρθει πάντα σε βγάζει από το αδιέξοδο να φύγεις τώρα ή λίγο αργότερα. Θα φύγεις τώρα, ανυπερθέτως, και όλοι συμφωνούν με αυτό. Τα επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα δεν πρέπει να αγνοούνται. Τους κοίταξα με βλέμμα σταθερό καθώς έβαζα το κλειδί στη μίζα - σα να θελα να αποτυπώσω μέσα μου την εικόνα τους. Στο δρόμο της επιστροφής δε σταμάτησα πουθενά - ήθελα πραγματικά να γυρίσω γρήγορα γιατί αισθανόμουν κάπως σα να έσκαβα. Τόπους - τόπους η βροχή ήταν καταρρακτώδης και η υγρασία έμπαινε στα ρουθούνια ακόμη και με κλειστά παράθυρα. Αν δεν αισθανόμουν κουρασμένη θα απολάμβανα κάθε χιλιόμετρο της διαδρομής. Η αψιά μυρωδιά των μανταρινιών στο πίσω κάθισμα με ξυπνούσε και με έκανε να παίρνω βαθιές, αναζωογονητικές ανάσες. Σκέφτηκα για μια στιγμή το μέλλον χωρίς. Δε γίνεται όμως να υπάρχει πρόβα στην έλλειψη. Αλλά γρήγορα η σκέψη μου πέταξε σε κάτι λιγότερο στενόχωρο.Πιάνω τον εαυτό μου να γίνεται συναισθηματικός συνειδητοποιώντας το χρόνο ανάμεσά μας που αναγκαστικά λιγοστεύει. Μια στάση πριν το σπίτι μου κατέβηκα για έναν καφέ στο αγαπημένο μου μέρος. Απόβροχο και ο ήλιος γυάλιζε δειλά πάνω από τις γκρίζες στέγες των σπιτιών.
O πατέρας φορούσε συνήθως έναν κατιφέ στο πέτο, κι η μητέρα
μια ρόμπα με ζωγραφιστά αρχαία ειδύλλια
κι όταν παίζαμε στην αυλή πατούσαμε μόνο στις άσπρες πλάκες:
έτσι δε βγήκαμε ποτέ απ' τ' όνειρο
η μικρή Άρκτος ερωτοτροπούσε με τον Σεπτέμβριο
ω παιδικότητα: αιωνιότητα αμετάφραστη
κι ο Θεός που απ' τις δακρυσμένες προσευχές των παιδιών που
φοβούνται τη νύχτα
φτιάχνει τις πρώτες γαλάζιες γραμμές της μέρας που στέλνουν
την ελπίδα στους ναυαγούς.
"Ξημέρωμα"
Τάσος Λειβαδίτης.

04/12/2009

γράμμα



Με ρώτησες αν έχω blog κι αν ασχολούμαι γενικά με το Διαδίκτυο - σου είπα ψέματα βέβαια.Θα μπορούσες να γιορτάζεις από σήμερα και να λέγεσαι Κόναν ο βάρβαρος, ας πούμε.Σήμερα δε γιορτάζουν οι Βαρβάρες; Σε είδα σε όνειρο τις προάλλες.Τα πόδια σου κρύωναν πολύ κι εγώ σου έβαζα διπλές μάλλινες κάλτσες, σα να σε φρόντιζα.Τι αλλόκοτα πράγματα...Από εκεί κατάλαβα πόσο μεγάλωσες και πόσο εγώ σε άφησα πίσω.Θα έλεγα πως σταμάτησες να βασανίζεις τη σκέψη μου. Καιρός ήταν. Σου πήρα ένα βιβλίο, από εκείνα που ξέρω ότι θα σου αρέσουν. Μου αρέσει όπως ανοίγεις ένα δώρο:άτσαλα και ανυπόμονα, όπως θα έκανε ένα παιδί ή ένας στερημένος. Μη νομίζεις, δε μου αρέσει που γερνάς. Πολλές ευχές.

30/11/2009

Ο κόκκινος κύκλος της λευκής κορδέλας


Ο Προκόπης Δούκας, εδώ, http://prokopisdoukas.blogspot.com/2009/11/blog-post_24.html αναφέρεται στην ταινία "Η λευκή κορδέλα" που παίζεται αυτήν την εποχή στους κινηματογράφους και περιγράφει μια - ομολογουμένως συγκλονιστική - σκηνή (λεκτικής) βίας που, έτσι κι αλλιώς είναι διάχυτη σε όλες της τις μορφές, καθ' όλη τη διάρκεια του έργου.Υπάρχουν και σκηνές όμως στις οποίες φανερώνεται ή επιβάλλεται συγκεκαλυμμένα. Εγώ θέλω να σταθώ κάπου αλλού: στη σκηνή στο σπίτι του πάστορα, με όλη την οικογένεια γύρω από το τραπέζι, λίγο πριν το δείπνο. Αυτή η σκηνή μου φάνηκε και η πιο συγκλονιστική, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αντίδρασης εκ μέρους των παιδιών. Είναι παθητικοί δέκτες, δεξαμενές που έχουν συσσωρεύσει βία και συνεχίζουν. Η οικογένεια είναι συγκεντρωμένη γύρω από το βραδινό τραπέζι. Μετά την προσευχή που λέει ένα από τα παιδιά, ο πατέρας- πάστορας του χωριού, με στόμφο ανακοινώνει τη μεγάλη του δυσαρέσκεια ως προς το ότι ενώ πίστευε πως τουλάχιστον τα μεγάλα του παιδιά είναι ήδη ώριμα και "σωστοί" άνθρωποι, εκείνα τον έχουν σε κάτι παρακούσει, επομένως και "προσβάλει".Γι αυτό το λόγο θεωρεί σωστό να μη φάνε το βραδινό τους φαγητό,να κοιμηθούν νηστικά εν είδει τιμωρίας, και, αργότερα, τα μεγάλα παιδιά να τιμωρηθούν με τη βέργα - μέσο παραδειγματισμού και καταστολής - την οποία και ο μεγάλος γιός πάει και φέρνει στον πατέρα αργότερα. Γύρω από το τραπέζι επικρατεί σιωπή, φοβισμένα βλέμματα, τρόμος. Ο πατέρας δείχνει μάλιστα να υποφέρει που έχουν έρθει έτσι τα πράγματα ώστε να πρέπει να επιβάλει την τιμωρία αλλά δε μπορεί να κάνει και αλλιώς...Του το "επιβάλλει" η συνείδησή του. Κι ενώ τα παιδιά του πάστορα περνούν ένα-ένα με τη σειρά για να του φιλήσουν το χέρι πριν αποχωρήσουν από το δωμάτιο...μη με αγγίζεις!!! - λέει, νομίζω, στον μεγάλο - αρκετά ταραγμένος είμαι σήμερα!, και υστερικά, σηκώνει ψηλά το χέρι του. Ωστόσο αυτός θα αγγίξει αργότερα τα παιδιά, με άλλο τρόπο, κραδαίνοντας τη βέργα. Ακολουθεί άγριος ξυλοδαρμός πίσω από την κλειστή, λευκή πόρτα. Δε χρειάζεται να μιλήσω για την ταινία - όποιος δεν την έχει δει μπορεί να ανατρέξει στον Τύπο για να διαβάσει τις λεπτομέρειες. Η γενιά λοιπόν που μεγαλώνει στο μικρό αυτό χωριό της Αυστρίας ή Γερμανίας λίγα χρόνια πριν το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, θα είναι εκείνη που θα κινεί τα νήματα αργότερα και θα πρωταγωνιστεί, με τη μορφή του θύτη, στα ναζιστικά στρατόπεδα και στα κέντρα λήψης αποφάσεων.Είναι γνωστό ότι η βία γεννάει μόνο βία, δεν πρόκειται να μιλήσω για κάτι τόσο τετριμμένο και λογικό.Το ξέρουμε όλοι.Όμως εκείνο το απόγευμα που έβλεπα την ταινία,ταυτιζόμενη με τα παιδιά του πάστορα, είδα πόσο η ιστορία επαναλαμβάνεται προκαλώντας τα ίδια συναισθήματα, ανεξαρτήτως χωροχρονικού πλαισίου. Αν ήμουν παιδί αυτού του ανθρώπου, με την πρώτη ευκαιρία, ίσως και να ήθελα ευχαρίστως να τον ρίξω στον υπόνομο, κλείνοντας και το καπάκι από πάνω. Είπα ένα παράδειγμα, μην το πάρετε τοις μετρητοίς.Υπάρχουν αρκετοί τρόποι άλλωστε - στους ταπεινωμένους δε λείπει ποτέ η φαντασία. Πολλές φορές δε θέλουμε να το παραδεχθούμε αλλά το είδος της τιμωρίας που θα επιβάλουμε όταν έρθει η σειρά μας, είναι σε απόλυτη συνάρτηση με τη δική μας τιμωρία: όσο πιο φρικτό και απάνθρωπο, τόσο "καλύτερη" είναι η εκδίκηση και "λυτρωτικό" το αποτέλεσμα. Συνήθως αυτό δε γίνεται ποτέ - ευτυχώς! - και σίγουρα απέχει πολύ από το να επέρχεται η λύτρωση. Αλλά είναι σα να το έχουμε διαπράξει στη φαντασία ή στα όνειρά μας. Όλα τα γεγονότα είναι μια αλυσίδα και η αμαρτία - που δεν είναι στην ουσία τίποτε άλλο παρά το λάθος - ζητάει και συνέχεια και απάντηση. Ο Αυστριακός σκηνοθέτης δεν προτείνει έτοιμες απαντήσεις αλλά κάνει νύξεις για ένα εκπαιδευτικό σύστημα τρομοκρατίας που η Ιστορία απέδειξε πως θα γεννούσε αργότερα τη διαστροφή και την αποκτήνωση.
(Η φωτογραφία είναι από την σκηνή για την οποία γίνεται λόγος.)

24/11/2009

ένα ριζίτικο που μου αρέσει




Εγώ τσι νύχτες πορπατώ
και τσι αυγές κοιμούμαι
κι έχω τα άστρα συντροφιά
και το φεγγάρι φίλο
και τα πουλιά μου κελαηδούν
και τα πουλιά μου λένε:
Κοιμήσου εσύ που ξαγρυπνάς.


20/11/2009

πίστη


Πιστεύω στα δέντρα που μεγαλώνουν τις νύχτες στην αυλή
- αθέατα αλλά όρθια -
πιστεύω στα μάτια του ζώου
σ΄εκείνη τη φευγαλέα ματιά μες στο σκοτάδι
σε όλα εκείνα που περιμένουν μέσα μας, πιστεύω
και σε όσα πρόκειται να έρθουν.
Πιστεύω στο χαμόγελο του ελεγκτή
την ώρα που του δίνεις το αντίτιμο του εισιτηρίου.
Στο θαύμα που από κοπριά το λες λουλούδι.
Και πάνω απ 'όλα πιστεύω σ' ένα απόμερο και ταπεινό στασίδι
την ώρα της αγρύπνιας.

18/11/2009

η Γωγούλα στην Αντίσταση...


Για χρόνια πίστευα πως η Βέρμαχτ (Werhmacht) ήταν μάρκα μπότας. Όχι από την άλλη πως δεν ήταν, αλλά εγώ δεν ήξερα καν τότε ιστορία. Οκτώ γερτά σημεία σχηματίζοντας στη σόλα τέσσερις παύλες, στο μέσον περίπου του πέλματος.Τις θυμάμαι σαν χρυσές τελείες αλλά ήταν σαν καρφιά στην πραγματικότητα.Έτσι και σε πατούσε κάτι τέτοιο,το θυμόσουν για καιρό.Ήταν αυτό που λέμε...γερό καρφί!Όταν η μεταφορά συναντά την κυριολεξία...Δεν τις ξανασυνάντησα μετά.
Μου είχε κάνει εντύπωση, αρχές της δεκαετίας του 90, η ταινία Λεόν με τον πληρωμένο δολοφόνο / ψυχρό εκτελεστή κι εκείνη τη γλυκιά μικρούλα - θυμάστε; Η αφοσίωση του τύπου στο να καθαρίζει το όπλο του,να ασκείται καθημερινά,να κρέμεται από οροφές και ταβάνια. Μια δουλειά σαν όλες τις άλλες. Πάντα μου έκανε εντύπωση το ψυχρό βλέμμα και η πλήρης απάθεια αυτών των ανθρώπων την ώρα της εκτέλεσης του "καθήκοντος" - την ώρα της εκτέλεσης δηλαδή...σκέτο.Νομίζω πως αυτός μασούσε τσίχλα και δεν κοιτούσε καν το στόχο.Απλώς έριχνε. Μπάμ,κάτω. Μπαμ, ο επόμενος. Άλλη μια, πάρε και τον άλλον κάτω. Μετά περνούσε από το μπακάλικο της γειτονιάς, χωρίς τον "εξοπλισμό", να πάρει γάλα.Του άρεσε πολύ το γαλατάκι απ' όσο θυμάμαι.Το έπινε σα νερό. Αγρίμι και άνθρωπος μαζί.
Ακόμη και τα ασπόνδυλα βγάζουν έναν υπόκωφο κρότο όταν σπάνε, κάτω από αυτή τη μαύρη μπότα.Είναι αυτό που λέει ο κόσμος "τον πάτησαν σαν το σκουλήκι" αλλά δεν ξέρει στην ουσία ότι δε χρειάζεται η παρομοίωση - είναι, πολλές φορές, περιττή.Οι μπότες Βέρμαχτ γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι όπως και τη μέρα δέσποζαν στο δωμάτιο. Μια μέρα τις πήρα, όχι χωρίς κίνδυνο, και τις γέμισα μέσα σκουπίδια. Ό,τι μπόρεσα να βρω. Από πέτρες μικρές για να χωράνε μέσα μέχρι βρωμερά αποφάγια.Ήρθαν και βάρυναν.Τις πήγα μακριά, σε μια γέφυρα.Τις σημάδεψα πρώτα μ' ένα κίτρινο κοπίδι, σαν τσακιστές ελιές, κι ύστερα τις πέταξα μακριά, κάτω από το γεφύρι, μέσα σε βρώμικους νερόλακκους. Έβγαλα μια παρατεταμένη ιαχή. Η ηχώ της έμοιαζε με μουγκρητό βαριά πληγωμένου ζώου.

17/11/2009

με την ένταση στο τέρμα...

αφορμή ο επετειακός χαρακτήρας του τραγουδιού. Αφιερώνεται σε όλα τα θύματα βίας σε παρελθόν, παρόν και - δυστυχώς - μέλλον. Αφιερώνεται και σε όλους τους βασανιστές γιατί όλοι έχουν το ίδιο πρόσωπο.
Είμαστε δυό, είμαστε τρεις, είμαστε χίλιοι δεκατρείς...



16/11/2009

αγόρι μου, χρόνια πολλά!

15/11/2009

η θέση


Από ένα φιλικό σπίτι ή όντας καλεσμένοι για γεύμα σε κάποια εκδήλωση μέχρι το θέατρο και το αμφιθέατρο, οι άνθρωποι από την είσοδο σού υποδεικνύουν το πού θα καθήσεις, ποια θα είναι η θέση σου για ένα δίωρο ή και για περισσότερο - για όσο...Είναι σύνηθες να μην είμαστε αμέσως ευχαριστημένοι με αυτήν που μας δόθηκε και να διασχίζουμε ένα γύρω το χώρο με μια ματιά, ψάχνοντας να βρούμε κάτι καλύτερο - αν όχι την καλύτερη. Η οποία και τελικά φαίνεται πως δεν υπάρχει. Από τη στιγμή που το κατάλαβα, σταμάτησα να αναζητώ και δείχνω πλέον εμπιστοσύνη στον "υπεύθυνο". Μπορεί μάλιστα με αυτό και μόνο το στοιχείο να πάρω σε ορισμένες περιπτώσεις πολλές πληροφορίες για το τι έχει στο μυαλό του. Στο κάτω-κάτω και στη χειρότερη περίπτωση, η θέση στην οποία έχει αποφασίσει να με βάλει πιθανόν να έχει να μου προσφέρει κατά βάθος μια ενδιαφέρουσα οπτική και θέα κάτι, που, με μια πρόχειρη σκέψη, θα το θεωρούσα αδύνατον.

13/11/2009

revanche


Η πρώτη (και τελευταία μου) κοπάνα από το σχολείο - 1983. Είναι αρχές της άνοιξης και βαριόμαστε αφόρητα στο σχολείο, αυτό το απόγευμα. Έχει έρθει η Ρεβάνς από μέρες - το προτείνω στην Εύη, στο μάθημα των αγγλικών.Τι λες; - τη ρωτάω σα να μην πέρασε μια μέρα, σαν μόλις τώρα, κι έχουν περάσει από τότε 26 χρόνια...Θυμάμαι που τη ρωτάω και είναι σαν τώρα να το προτείνω στο γαλάζιο πουλόβερ της, την κοιτάζω στους ώμους, γι'αυτό. Φοβάμαι μη συναντήσουμε τον πατέρα μου στη διαδρομή από σχολείο σε κινηματογράφο. Προτείνω να προχωράμε όχι μαζί, η μια μπροστά και η άλλη πίσω και να κάνουμε τη διαδρομή μέσ' από κρυφά στενά. Φτάνουμε λαχανιασμένες και κρυφογελώντας για το κατόρθωμα. Βγάζουμε τα εισιτήρια, δε μας λένε τίποτα για την ηλικία.Ούτε ταυτότητες δεν έχουμε βγάλει ακόμα. Είναι μόλις η δεύτερη φορά που πηγαίνω σε αυτήν την πόλη σε κινηματογράφο.Τα φώτα χαμηλώνουν και το έργο αρχίζει. Στην επιστροφή γυρνάω κανονικά με τα πόδια, στην ώρα μου. Θυμάμαι τη σκούρα μπλε τσάντα μου. Τρώω στην κουζίνα κάτι πρόχειρο και ανεβαίνω στο δωμάτιό μου. Η μητέρα μου δεν πήρε χαμπάρι τίποτε, είναι απορροφημένη στις σκέψεις της, μου σερβίρει το βραδινό ούσα "απούσα" - όλα εντάξει ως εδώ.Την ευχαριστώ για το δείπνο και ανεβαίνω τη σκάλα. Στο τελευταίο σκαλοπάτι, με φωνάζει ο πατέρας μου από το δωμάτιό του. Έχει τυλίξει στο κεφάλι του μια πετσέτα σαν τον μαχαραγιά, μόλις έχει βγει από το μπάνιο, μυρίζω στον αέρα το σαπούνι του. Είναι στο κρεββάτι και έχει απλωμένες εφημερίδες και βιβλία γύρω του. Μου χαμογελάει αινιγματικά. Πώς πέρασες σήμερα; - ρωτάει και με κοιτάζει έντονα. Σκέφτομαι: να δεις που κάτι έχει καταλάβει. Παίρνω περισπούδαστο ύφος και τον ενημερώνω ότι μας πήγαν εκπαιδευτική εκδρομή στον κινηματογράφο - ξεπέρασα κάθε όριο, θα μπορούσε πολύ άνετα αύριο να μάθει την αλήθεια και ήξερα πολύ καλά τι θα σήμαινε αυτό. Και τι είδατε; - συνεχίζει, με το γλυκανάλατο ύφος. Είδαμε μια ταινία που τη λένε Ρεβάνς... - είπα να τηρήσω κάποια προσχήματα. Ποιο ήταν το θέμα; - ρωτάει. Αυτός ο άνθρωπος, πάντα μου την έδινε με τις ερωτήσεις είτε για τα μαθήματα είτε για οτιδήποτε. Να μάθει οπωσδήποτε την υπόθεση, την κεντρική ιδέα, το "ζουμί". Παίρνω το πιο αθώο μου ύφος - α, ήταν για κάποιον που χρεωκόπησε και μετά σκέφτηκε να πάρει τη ρεβάνς, αυτό ήταν, αρκετά ενδιαφέρον. Καθώς του εξηγώ με ευφάνταστες λεπτομέρειες που βγάζω εκείνη τη στιγμή από το μυαλό μου, στο πίσω πλάνο όλων αυτών σκέφτομαι την Εύα (Γιώτα Φέστα) που κάνει έρωτα, ταυτόχρονα, με τους δύο φίλους της. Μιλάμε λίγο ακόμη για διάφορα, εγώ όρθια, ο Μέγας Ιεροξεταστής μισοξαπλωμένος. Τον καληνυχτίζω και πάω στο δωμάτιό μου. Στο διάδρομο γελάω με την εξήγηση που σκαρφίστηκα και είμαι σίγουρη ότι το θέμα θεωρείται λήξαν. Περνάω από το δωμάτιο της αδελφής μου. Χτυπάω την πόρτα - είναι μέσα, διαβάζει για την επόμενη μέρα.Της λέω τα καθέκαστα - δεν έχασε ευκαιρία να με ρωτήσει, το ζώον,για το θέμα! - της λέω χαμηλόφωνα και με αποδοκιμαστικές γκριμάτσες για το "ζώον", δύο πόρτες πιο κει. Ε, αφού τον ξέρεις τώρα... λέει η αδελφή μου. Τουλάχιστον, σώθηκε ο άνθρωπος, από τα χρέη; - με ρωτάει, χαμηλόφωνα, και σκάμε στα γέλια.

09/11/2009

Νότα


Ζούσε με τον αδελφό της - ένα, θα λέγαμε, γεροντοπαλίκαρο.Η ίδια θα ήταν τότε πατημένα τα εβδομήντα. Εμφάνιση κλοσάρ,σκισμένες σκουρόχρωμες ρόμπες στραβοκουμπωμένες, κάλτσες ανδρικές μισοτρύπιες, φθαρμένα παπούτσια με φαγωμένες σόλες. Δεν ξέρω αν μπορούσε κανείς να επικοινωνήσει μαζί της, μιλούσε μέσ' απ' τα δόντια της, δεν της έπαιρνες λέξη. Βλέμμα καχύποπτο,έφτυνε τις φράσεις, κάτι παλιομοδίτικες βρισιές.Ένα ον μάλλον φοβισμένο που αμυνόταν στα περιπαικτικά σχόλια κάποιων περαστικών ή γειτόνων."Γεια σου, ρε χαζοΝότα, α ρε Νότα!, τι θέλεις πάλι ρε τρελοΝότα...".Κάποιοι έκαναν λόγο ότι είχε μάλιστα νοσηλευθεί σε μια κλινική στο παρελθόν. Δεν ξέρω καν αν είχαν κάποια λεκτική επικοινωνία με τον αδελφό της.Ήταν σαν αγρίμια που, αν τους πετύχαινες μαζί, θα νόμιζες πως συνεννοούνται περισσότερο με σήματα και νεύματα παρά με κουβέντες. Εκείνος είχε μια δουλειά, μιαν έστω επαφή με τον έξω κόσμο.Η Νότα όμως γυρόφερνε όλη μέρα στην αυλή, φρόντιζε τα φυτά της,τους μίλαγε κιόλας, πότιζε συνεχώς, μου φαίνεται πως θα τη θυμάμαι πάντα με ένα πράσινο λάστιχο. Πού και πού έριχνε μπουκίτσες βρεγμένο ψωμί στα περιστέρια κι έβαζε σε βρώμικα πιατάκια γάλα για τις αδέσποτες γάτες και τους σκύλους.Τα μαλλιά της μακριά και δεμένα σε πρόχειρο κότσο,το στόμα έχασκε κρύβοντας το πολύ τέσσερα-πέντε δόντια.Ίσως γι αυτό δεν καταλάβαινες κιόλας τι έλεγε. Μια χειμωνιάτικη μέρα της ζητήσαμε μια χάρη.Θέλαμε να περάσει το λάστιχο που χρησιμοποιούσαν οι εργάτες στην οικοδομή δίπλα από το σπίτι της, από την αυλή της, για λίγη ώρα.Τελοσπάντων αυτό ζητούσαν οι εργάτες για να διευκολυνθεί η δουλειά τους.Φαίνεται πως της το ζήτησαν με απότομο τρόπο,έτσι όπως την είδαν σαν αγρίμι έξω από την πόρτα της,να παραφυλάει μήπως μπουν μέσα δια της βίας. Κάτι της είπαν,ότι είναι χαζή ή ηλίθια που δεν τους αφήνει, κάτι τέτοιο, δεν ήμουν μπροστά αλλά έφταναν στ' αυτιά μου περίπου τέτοιες κουβέντες.Εκείνη είχε εξοργιστεί και άρχισε να τους κυνηγάει με τη σκούπα και να βρίζει ακατάληπτα. Μου ζητήθηκε βοήθεια και δεν ήξερα πώς να της ζητήσω αυτό που χρειάζονταν οι εργάτες εκείνη τη στιγμή. Πήγα σιγά-σιγά, χαμογέλασα, και εκείνη έκανε ότι είχε κάτσει σε μιαν άκρη της αυλής και ότι έπλεκε κάτι. Με κοιτούσε μέσα από τα γυαλιά της, σα να με μέτραγε με το βλέμμα. Δεν την είχα ενοχλήσει ποτέ ξανά πέρα από μια καλησπέρα-καλημέρα.Καταλάβαινε ότι με έστελναν οι εργάτες και είχε πάρει το αμυντικό της ύφος. Μέσα από τα λιγοστά της δόντια, την άκουγες ακόμα να μουρμουρίζει, σαν το ζώο, έτοιμο να μου χυμήξει."Τι θέλεις τώρα κι εσύ; Ηλίθια, παλιοκόριτσο είσαι, να φύγεις!...παρατήστε με..." - τέτοια έλεγε καθώς την πλησίαζα, κοιτάζοντάς με φόβο και οργή. "Κυρία Νότα....,την διέκοψα,...χίλια συγγνώμη!...". Εκείνη έκανε ότι κοιτάζει ακόμα κάτω, στο πλεκτό της, αλλά φαινόταν καθαρά ότι ήταν αναστατωμένη - αφήστε τους, μη ξεσυνερίζεστε τώρα τα παιδιά! "Μήπως θα μπορούσατε να με εξυπηρετήσετε, σας παρακαλώ δηλαδή, αν σας είναι εύκολο, να περάσουμε το μεγάλο λάστιχο για λίγο από την αυλή σας;" Σταμάτησε να κάνει ότι πλέκει και φαινόταν ακόμα πιο αναστατωμένη.Είχε μείνει στήλη άλατος.Τα είχε χάσει με το πώς της μίλησα μάλλον, το κατάλαβα από τη συνέχεια, είχε σαστίσει μην ξέροντας τι να πει...Δεν είχε προετοιμαστεί γι'αυτό. Και ξαφνικά, χωρίς να μου πει αμέσως ναι ή όχι, με κοίταξε ίσια στα μάτια:"εεεε, για τη γάτα το λεγα!",έσπευσε να μου πει, σα να δικαιολογούσε τη στάση της για πριν."Δεν έβριζα εσένα!".Έκανε πως ψάχνει τη γάτα που υποτίθεται ότι της χαλούσε τα λουλούδια και γι αυτό την έβριζε, τάχα έψαχνε να μου τη δείξει, τη ζημιάρα...Μου χαμογέλασε για πρώτη φορά και..."δεν υπάρχει,καλέ, πρόβλημα!...φέρτε το λάστιχο από δω.Πες τους η Νότα λέει ναι.Εντάξει;"

07/11/2009

αφιερωμένο όπου θέλω...

06/11/2009

επαναπροσδιορισμοί - επαναδιατύπωση...


Η νύχτα δεν είναι νύχτα - μια μέρα με έκλειψη είναι.


Το πρωί μπορεί να είναι μια μακριά αναμονή κάπου, κάποτε και μια εκδρομή μπορεί να είναι.Ένας θόρυβος που σου φαίνεται ατέλειωτος .



Μεσημέρι είναι ένας άνθρωπος με τα χέρια στη μέση που ζυγίζει την υπόλοιπη δουλειά του.Κι ένας αετός που ζυγιάζει τα φτερά του πάνω από κάποιον απότομο βράχο εστιάζοντας κάπου,μεσημέρι είναι.


Απόγευμα η ανάσα του πολεμιστή. Η μυρωδιά μιας μαργαρίτας.



Και,βράδυ,το τραγούδι των δέντρων καθώς φυσάει ο άνεμος.Το μακρινό κουδούνι ενός προβάτου.Ο αναστεναγμός του σκύλου.Το τρίξιμο των ξύλων στο τζάκι.

04/11/2009

στιγμιότυπο 2


Σιγοβρέχει κι εγώ γλείφω ένα-ένα τα δάχτυλά σου.Τα φυτά εδώ έξω μεγαλώνουν μόνα τους, με λίγη φροντίδα και νερό - δεκάρα δε δίνουν για τα τεκταινόμενα. Να θυμάμαι μόνο να αδειάζω το περισσευούμενο νερό από τα πιατάκια τους - καραδοκεί και εδώ η σαπίλα, μη νομίζεις. Γύρω μυρίζει κάπως μπαρούτι. Αρωματικό όμως ,σαν τη λεβάντα για το σκώρο και άλλα ζωύφια. Νιώθω παράξενη ηρεμία ώρες-ώρες, σα να είμαι ένας απλός παρατηρητής. Και μάλλον είμαι. Πέρα βρέχω.


30/10/2009

στιγμιότυπο


Καθώς ζήτησαν τον τίτλο από την υπάλληλο, έμεινα να τους περιεργάζομαι στα κλεφτά, δυο-τρεις γρήγορες ματιές πάνω τους πριν αποφασίσουν να πάνε προς το ταμείο.Ήταν σα να έψαχνα "αποδεικτικά", πρώτη φορά έβλεπα ένα κάποιο "περίβλημα". Θυμάμαι κυρίως τον τύπο, όχι τόσο τη συνοδό του. Πίσω του ακριβώς κάποια στιγμή και καθώς στεκόμουν κι εγώ στην ουρά, έμεινα να περιεργάζομαι το τζιν παντελόνι του, το μπουφάν του.Ήταν πραγματικός; Μου ήρθαν στο μυαλό τα λόγια του Jeremy Irons, σε κείνη την ταινία, λίγο παραλλαγμένα για την περίπτωση που είχα τώρα μπροστά μου. Κι όμως, δε θα τους έριχνες δεύτερη ματιά αν τους έβλεπες στο δρόμο, μέσα στον κόσμο να περπατάνε.Όμως στη σκέψη μου είχε γιγαντωθεί το ψευδώνυμό τους,γιατί κάποιο πρέπει να είχαν μέσα στο Διαδίκτυο. Δύο πολύ συνηθισμένοι άνθρωποι... Μου φάνηκαν μικροσκοπικοί στη ζωή έξω.Φαίνεται πως όλα τα μεγεθύνει ο φακός και το μυαλό μας.

29/10/2009

ήμερες νύχτες


Τις νύχτες, για να είμαι ακριβής προς το ξημέρωμα, συναντώ σχεδόν κάθε φορά και σε διαφορετικό χώρο, σπίτι ή γραφείο, ανθρώπους που θα έπαιρνα όρκο πως πριν δεν τους γνώριζα αλλά που κατά έναν μυστήριο τρόπο και λόγο έχω μαζί τους μιαν οικειότητα εκπληκτική. Τους διδάσκω κάποια ξένη γλώσσα ή τους μαθαίνω να μιλάνε. Άλλοτε πάλι κουβεντιάζουμε φιλικά. Αστειευόμαστε, με κερνάνε καφέ και γλυκό. Τις ωραίες μέρες με βγάζουν στον κήπο τους ή στη βεράντα και εκεί αποτυπώνω την κάθε λεπτομέρεια στο μυαλό μου - από την κούπα Celadon του τσαγιού, εκείνη με τα φρούτα, μέχρι το ποδαράκι του τραπεζιού. Εγώ, που σε κανονικές συνθήκες δεν προσέχω συνήθως τις λεπτομέρειες ή είμαι αφηρημένη. Οι εικόνες έχουν μιαν απίστευτη καθαρότητα, το ίδιο και οι φωνές. Αν καθήσω να περιγράψω την κάθε συνάντηση, η περιγραφή και μόνο των αντικειμένων και των προσώπων θα μου πάρει ολόκληρες σελίδες. Συνήθως συζητάμε για κάτι ενδιαφέρον, υπάρχει ένα ευχάριστο κλίμα στην ατμόσφαιρα, ένα σιγανό βουητό από ψιθύρους, τέτοιο που να σε χαλαρώνει. Σαν όταν έχει μόλις τελειώσει ένα γεύμα, ψίχουλα και πετσέτες λερωμένες από κόκκινο κρασί πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα σε ανθρώπους που αγαπιούνται και που κάθονται ακόμα μαζί. Δε θα μπορούσα να βάλω καλύτερο τίτλο στην ανάρτηση από έναν τίτλο γαλλικού βιβλίου που διάβασα καμιά εικοσαριά χρόνια πριν. Λέξεις που κυλάνε αβίαστα. Μέσα στο πρωϊνό όλη αυτή η δραστηριότητα σβήνει σιγά-σιγά, διαλύεται, για να έρθει η επόμενη νύχτα, με τις δικές της κάθε φορά συνευρέσεις.
Ξαπλωμένο φουρτούνιαζε το φεγγάρι
Όλο το βράδυ πευκοβελόνες ψιθύριζαν στο τζάμι
Τώρα θορυβούν σπουργίτια ασταμάτητα
Καθώς ξυπνώ στο πρωινό σκοτάδι
Χάνονται στο φως οι λέξεις, εικόνες ανώνυμες μένουν
Το λευκό χαρτί της ψυχής μπουκώνει μελάνι
Συλλαβές ανασύρω απροσδιόριστης ευκρίνειας
Καθώς το χέρι οργισμένο θερίζει ψήγματα
Γλιστρούν οι λέξεις κι αδιάβατες μένουν
Μόνον στα όνειρα τρέχουν τα λόγια χείμαρρος
Στη δίνη βουλιάζουν, στη σκοτεινιά της μνήμης
Και μένει κρύσταλλο στο κενό που πληγώνει
Και πληγώνει,
Αφού οι λέξεις στην ερημιά χάνονται του κόσμου,
Στην ερημιά μιας άδηλης πραγματικότητας.
(Πρόδρομος Μάρκογλου, Κενά μνήμης)

19/10/2009

ας είναι μια πολύ καλή μέρα!

17/10/2009

όλα η βροχή τα λέει...

08/10/2009

σκέψεις για το blogging


Έχω την εντύπωση - για να μην πω πεποίθηση - ότι τα blogs δείχνουν τη νέα μορφή επικοινωνίας και εκτός Διαδικτύου. Καθημερινά ή σχεδόν, όλοι εμείς στη λεγόμενη "μπλογκόσφαιρα", επικοινωνούμε μέσω σχολίων, μπαίνουμε ο ένας στο μπλογκόσπιτο(sic) του άλλου και συχνά προσπαθούμε να μαντέψουμε το "πρόσωπο", το "ανάστημα του άλλου", πίσω από την οθόνη, ανάμεσα στις γραμμές. Θέλουμε όμως και πραγματικά να τον συναντήσουμε;(εντός αλλά και εκτός εισαγωγικών το ρήμα). Διαβάζουμε εκατοντάδες συγγραφείς στη ζωή μας, από συντάκτες άρθρων σε εφημερίδα μέχρι μεγάλους δημιουργούς και δε νομίζω πως θέλουμε συχνά να τους συναντήσουμε και στην πραγματική ζωή, σε πραγματικό χρόνο. Οι ψυχολόγοι μάλιστα καθώς και διάφοροι ειδήμονες της επικοινωνίας και κοινωνιολογίας μάς εξηγούν ότι αρκετές φορές άλλο είναι το προφίλ του συγγραφέα και άλλο πώς είναι ο ίδιος στην καθημερινή του ζωή. Μπορεί να είναι ένας ενδιαφέρων δημιουργός αλλά βαρετός ή και ενοχλητικός ως άνθρωπος, ως σύντροφος, ως πατέρας.
Στις αρχές των blogs, μερικά χρόνια πιο μπροστά, έβλεπα κάπως πιο συγκρατημένα τα σχόλια, λίγο απόμακρα - με την καλή έννοια - με την απόσταση που οφείλει να χωρίζει τον αναγνώστη από τον συγγραφέα. Από ένα σημείο και μετά - δε μπορώ να το προσδιορίσω χρονικά - μου φαίνονταν υπερβολικές κάποιες συναισθηματικές εκδηλώσεις μετάξύ των bloggers, του εαυτού μου μη εξαιρουμένου αρκετές φορές, "πιεζόμενοι" κατά κάποιο τρόπο από τη γενική ευφορία(!) που διακατείχε όλους. Η αγάπη μοιραζόταν απλόχερα, φλογερά φιλιά "δίνονταν" μακρόθεν, ζεστές αγκαλιές, προσφωνήσεις τύπου μωρό μου, αγάπη μου, μάτια μου, ψυχή μου, φιλενάδα, φιλάκια,"καλό μου" - ειδικά αυτό το τελευταίο φορέθηκε πολύ. Αναρωτιέμαι: έχει γίνει τόσο τζάμπα το συναίσθημα και η καλωσύνη, η χαρά, η τόσο καλή διάθεση; Πού ήταν κρυμμένη αυτή η απλοχεριά; Η ανάγνωση αυτών των εκφράσεων μας ωθεί και εμάς στην "τζάμπα" εκδήλωση και έκφραση παρόμοιων προτάσεων; Μήπως εκμαιεύουμε κατά κάποιο τρόπο ένα δωρεάν συναίσθημα από τον Άλλον, τον όποιο άγνωστο επισκέπτη, καθώς η ζωή γίνεται όλο και φτωχότερη, όλο και πιο "λίγη"; Και, εν τέλει, αυτό μας φτάνει για να "βγάλουμε" τη μέρα; Κουρασμένοι καθώς είμαστε, σωματικά ή - κυρίως - ψυχικά,επιβάλλουμε σχεδόν, κάτι ρηχό, που να μη σημαίνει και τίποτα ουσιαστικό; Δεν έχω έτοιμες απαντήσεις - μόνο αναρωτιέμαι. Για να μη θέτω όμως μόνο ερωτήματα αλλά να απαντώ κιόλας, να πω εδώ ότι με εξέπληξε ακόμα και ο ίδιος μου ο εαυτός σε εκφράσεις μεγάλης συμπάθειας προς ανθρώπους με τους οποίους "συνομιλώ" γραπτώς, μέσω σχολίων, τα τελευταία δύο χρόνια και που γνωρίζω πως δε θα συναντήσω ποτέ για τους Χ λόγους.Ίσως απλά δε θέλουμε να ιδωθούμε, δεν το έχουμε ανάγκη τελικά κι ούτε λαχταράμε να το κάνουμε. Με αυτό το σκεπτικό μπορούμε να ζήσουμε τα υπόλοιπά μας χρόνια γράφοντας ο ένας στο blog του άλλου αβρότητες και να τελειώσουμε χωρίς να έχουμε στην κυριολεξία πάρει μυρωδιά τον άλλον.Δεν το κατηγορώ αυτό απαραίτητα. Μου φαίνεται περίεργο, απλώς, και γι αυτό το λόγο το μοιράζομαι μαζί σας.Πολλές φορές γυρνάει στο μυαλό μου η σκέψη πως για πολλούς από μας η κάθε νέα ανάρτηση είναι το πρόσχημα για μια νέα καλημέρα ή καλησπέρα,που θα "αναγκαστούν" να μας την πουν έτσι κι αλλιώς, για ένα διαδικτυακό δωρεάν φιλί ή χαμόγελο που το ξεχνάμε ακριβώς αμέσως μετά τη στιγμή που το δώσαμε.Θα σας στοίχιζε, πιστεύετε, αν γράφαμε χωρίς σχόλια; Θα έχανε το νόημά του αυτό το πάρε-δώσε μεταξύ μας; Κι αν κάποιος αναρωτηθεί προς τι τότε οι αναρτήσεις, θα τον ρωτούσα αν πιστεύει ειλικρινά πως τα σχόλια, στην πλειοψηφία τους, γίνονται αφορμή για έναν διάλογο επί της ουσίας ή πρόκειται για μια παραπάνω "υποχρέωση" ή και στείρα συνήθεια στη ζωή μας.

05/10/2009

αφιερωμένο σε όλους εμάς



"Η καρδιά της, τα όνειρά της προβάλλουν στην οθόνη
Κι η κραυγή της λέξεις κάνει για να μη νιώθει μόνη
Μα όλοι οι φίλοι, μόνο εικόνες

Σ’ έναν κόσμο ηλεκτρικό που δε χωρώ
Πως βγαίνουν από δω, ποιος είναι ο κωδικός του
Μέσα μου καλώδια γυμνά
Περνάει η μοναξιά και χάνεται στο φως του

Κι όλοι μέσα στο παιχνίδι με λόγια κι υποσχέσεις
Μία μάσκα θα φορέσω μαζί μου για να παίξεις
Δίχως ρίσκο η αγάπη

Μου γελάς, μα δε σε βλέπω
Κι όλα μοιάζουν μαγικά
Μου γελάς, μα δεν αντέχω
Τα καλώδια στην καρδιά".








"J' ai son image
J'ai son e-mail
Son cœur au bout du clavier

J'ai son visage
Et l'envie d'elle
Sans jamais l'avoir touchée

Dois-je sauver ? (dois-je sauver ?)
Ou bien abandonner ?

Pomme C
Un homme et une femme
Et c'est tout un programme
Un ciel artificiel
Pomme qui m'allume
Et qui me quitte
On s'aime trop vite
Le vice et le virtuel

Elle m'écrit
Mais mon écran
Formate les sentiments

Mais j'imagine
Qu'une machine
Ne peut que faire semblant

M' A D S L
N'est pas vraiment réel

Pomme C
Un homme et une femme
Et c'est tout un programme
Un ciel artificiel
Pomme qui m'allume
Et qui me quitte
On s'aime trop vite
C'est le vice et le virtuel

Un peu d'amour, copier coller
Un peu d'amour, pomme C
Un peu d'amour télécharger
Un peu d'amour à sauver
A sauver
Mais l'amour n'est pas virtuel

Pomme C
Un homme et une femme
Et c'est tout un programme
Mais l’amour n’est pas virtuel
Pomme qui m'allume
Et qui me quitte
On s'aime trop vite
C'est le vice et le virtuel

Dois-je sauver
Ou bien dois-je abandonner ?"

04/10/2009

Mon coeur mis à nu


Επιστρέφω στο Παρίσι σχεδόν χωρίς αποσκευές.Έτσι και τώρα. Σχεδόν πάντα η ίδια έννοια: αν λειτουργεί το κινητό,τι χρήματα έχω στις τσέπες, αν πάρω μεγάλη ή μικρή τηλεκάρτα και πού να απευθυνθώ για να την αγοράσω. Σα να έχω ξεχάσει λίγο τα βασικά αλλά σιγά-σιγά βρίσκω το δρόμο. Boulevard de Malesherbes - έμαθα ότι η Ελένη έγινε διευθύντρια της εταιρείας. Μυρίζει σκοτάδι,υγρασία και η μούχλα του μετρό κι αυτό μου υγραίνει τα μάτια από ευτυχία - ακούγεται παράδοξο.Δεν είναι όμως. Αυτή τη φορά είναι οι εξετάσεις στη μέση - έχω αγωνία για το αποτέλεσμα και ο χρόνος κυλάει. Είναι να γράψω κάτι για τον Κάφκα,για ποιο λόγο τελοσπάντων καθυστέρησε τόσο τη φυγή του κι αυτό νομίζω πως με αφορά.Θυμάμαι τη λεπτή φιγούρα του, ασπρόμαυρη και θολή, καθισμένη κάπου.Είμαι απασχολημένη, δεν ξέρω αν με κοιτάζουν οι περαστικοί. Καλύτερα.Περαστική κι εγώ. Ακολουθώ τον κόσμο. Και κάποτε χάνω τα βήματά μου.Φιλοξενώ ένα ζεσταμένο, μισολιωμένο μίσχο λουλουδιού στην κλειστή μου παλάμη. Σε σκεφτόμουν καθώς το κρατούσα σ όλη τη διαδρομή. Μπορεί να ντραπώ και να μη στο πω. Boulevard des Capucines. Περνώ να χαιρετήσω στη γωνία τον κύριο που πουλάει τα ωραία μπουκέτα.Θα τον ρωτήσω ξανά για τη διαδρομή κι αυτός, ακούραστος, σα να' ταν αυτή η αποστολή του, θα μου επιβεβαιώσει το δρόμο. Ύστερα μπαίνω στο ξενοδοχείο. Εδώ είναι η άλλη άκρη του φιλμ. Αυτή, δε θέλω να στην αφηγηθώ - να τη ζήσεις θέλω.

02/10/2009

ας μιλήσει για σένα ο ποιητής...


Ήταν ένας νέος, ωχρός.

Καθόταν στο παγκάκι, χειμώνας, κρύωνε.

Τι περιμένεις; - του λέω.

Τον άλλον αιώνα - μου λέει.

Και χιόνιζε ήρεμα, όπως πάνω από έναν τάφο.
Τάσος Λειβαδίτης

30/09/2009

σε τελείως άλλη διάθεση, καθώς κάποιος μου το θύμισε πριν λίγο...

25/09/2009

της Δέσποινας


Θέλω να ξυπνήσω και να' ταν όλα τα άσχημα στις ζωές μας μια φάρσα. Να βάλουμε τα γέλια και να είμαστε πάλι παιδιά κάτω στον κήπο, για λίγο έστω. Να έχουμε όλες τις προϋποθέσεις στο ξεκίνημα και να σχεδιάζουμε το μέλλον μην ξέροντας. Να είμαι κοντά σου όταν θα με χρειάζεσαι και η μαμά να μας έχει αγκαλιάσει για μια στιγμή μαμαδίστικα, όπως δεν ήξερε από μόνη της να κάνει, όπως κάνουν οι κανονικές μαμάδες όλου του κόσμου. Γιατί επανέρχομαι στο ίδιο θέμα; - με ρωτάς. Γιατί είναι ανυπέρβλητο, χρυσό μου παιδί!, σου απαντώ ενώ εσύ πίνεις τον εσπρέσσο σου πίσω από τα ακριβά γυαλιά ηλίου μια ιδέα χαμογελώντας πικρά. Γιατί δεν καταπίνεται το εύκολο για όλους τους άλλους και που για σένα έγινε το μη δεδομένο. Κανένα δεδομένο δε μας ηρέμησε - για όλα μια συνεχής πάλη για αναγνώριση από τα πρόσωπα που εκ των πραγμάτων θα έπρεπε να καταργούν μέσα μας κάθε ανασφάλεια και ανησυχία. Θα ήθελα να σε δω να μαγειρεύεις στο ωραίο σου σπίτι, με τα παιδάκια σου να παίζουν στην αυλή. Ο μπαμπάς να σας φέρνει ξύλα για το τζάκι κι εσείς να τον κερνάτε καφέ και από τα νόστιμα κέικ σου. Να έρχεσαι όποτε θέλεις να βλέπεις τον ανιψιό σου. Θα ήθελα να με δεις να σου λέω χαρούμενα τα νέα μου τα ανατρεπτικά κι εσύ να με βεβαιώνεις, με τη μεγάλη σου καρδιά, πόσο σου άρεσαν πάντα σε μένα η ανεξαρτησία, τα μπινελίκια στους γονείς και το γεγονός πως τελικά μέσα μου επικρατεί η αισιοδοξία. Είναι που σου λέω πως όλα θα μας πάνε καλά κι εσύ συμπληρώνεις κοιτάζοντάς με με αμφιβολία: μακάρι! Θα'θελα να σε ρωτήσω αν η γιαγιά πιστεύεις πως μας περιμένει κάποτε να βρεθούμε μαζί της. Αλλά δε θέλω να σου υπενθυμίζω την απουσία της και την έλλειψή της από τις ζωές μας ούτε να στενοχωριέσαι για μένα. Θέλω συχνά να σε σφίξω στην αγκαλιά μου και να σου πω πόσο σε αγαπώ και σ΄έχω ανάγκη. Αλλά ντρέπομαι γιατί μεγαλώσαμε και δεν έχουμε να μάθει να εκφραζόμαστε έτσι. Δεν έχω να σου προσφέρω άλλο τίποτα από την παρουσία μου και την αγάπη μου σε αυτή τη ζωή.

24/09/2009

στη Γ.Μ

23/09/2009

σα σήμερα...


δεκατρία χρόνια πριν, έφευγα για το Παρίσι. Πίστευα πως δε θα ξαναγυρνούσα.

14/09/2009

του Σταύρου





11/09/2009

Barbara

10/09/2009

λύσεις για δύσκολους λύτες...


Μου αρέσει που γράφω, χωρίς να ξέρεις πού ακριβώς απευθύνομαι, σε ποιο πρόσωπο. Βαυκαλίζομαι έτσι ότι έχω μια δυνατότητα ελευθερίας πάνω στα πράγματα, ενώ στην πραγματικότητα σχεδόν πάντα υπολογίζουμε χωρίς τον ξενοδόχο. Πάντα αυτός ο καταραμένος έλεγχος μάς ξεφεύγει. Περασμένη η ώρα αλλά πάντα επανορθωτική η νύχτα - μας το επιβεβαιώνουν από κρέμες νυκτός και ορούς μέχρι ποιήματα και στίχοι γι αυτήν. Επιστρέφοντας βγάζω απαλά τα βέλη από την πλάτη, από φόβο μη σκιστεί κι άλλο το δέρμα. Είναι τα βέλη του λήσταρχου Νταβέλη, λέω, στο αυτοκίνητο καθώς οδηγώ, και βάζω τα γέλια στο φανάρι με τον παράδοξο αυτοσχεδιασμό μου. Είναι όμως εύστοχος, δε μπορείς να πεις. Δυό-τρία σημάδια πίσω στην ωμοπλάτη. Λύσις δέρματος. Βαμβάκι, ιώδιο και ένα καυτό μπάνιο.Τα τραύματα θέλουν περιποίηση.Τα διαμπερή λίγη επουλωτική κρέμα παραπάνω και αρκετό χρόνο. Χθες είχα μιαν άσχημη κουβέντα με τη Μήδεια, δε στο είπα. Αυτή είναι και η πρώτη προδοσία.Το καλό είναι ότι γερνάει.Το κακό είναι ότι δεν πρόκειται να βάλει μυαλό.Έχω την εντύπωση, όσο ξεκάθαρα κι αν μιλάω, ότι της τα λέω στον βρόντο. Συνελόντι ειπείν, με ακούει ο κύριος Βρόντος - θυμάσαι τη διαφήμιση;
Έλαβα ένα σημείωμα αλλά δε συμφωνείς κι
εσύ, πως μερικά πράγματα έρχονται είτε πολύ νωρίς είτε πολύ αργά στις ζωές μας; Μπορεί να κάνω και λάθος, δεν ξέρω. Είχα ενθουσιαστεί με διάφορες εκπλήξεις, αγορασμένες με έννοια και χαρά, αλλά η δική σου στάση με συγκράτησε. Θα έλεγα ότι δε με πείραξε, έμεινα απλώς ακίνητη, άχρωμη και παγωμένη κι έτσι, χωρίς πολλή σκέψη, σαν αναίσθητη, προχώρησα. Δε θα κουράσω άλλο την αγάπη σου - αυτό μου το έχει μάθει καλά ο γνωστός μοναχός του Αγίου Όρους.Το βρίσκω πολύ ωραίο, δεν ξέρω αν το έχει διαβάσει από κανέναν Άγιο Πατέρα και το "ξεπατίκωσε" - ρήμα, κι αυτό,για μοναχό! - ή αν ειπώθηκε εκεί αυτή η έκφραση κάποτε και έκτοτε έγινε γνωστή. Δε θέλω να κουράσω άλλο την αγάπη σου... - πόσα πολλά λόγια σε μια μικρή πρόταση!
Θα συνεχίσουμε λοιπόν παράλληλα τις ζωές μας, κάθετα αντίθετα σε κάθε "κακοτοπιά", όποιο συναίσθημα ριψοκίνδυνο. Μαζεύω τις σελίδες μου εδώ και απο-σύρομαι στα δικά μου.

06/09/2009

05/09/2009

...το στρατί που πάει για το Ντεπό


Ήταν εκείνη τη νυχτιά - όχι που φύσαγε ο βαρδάρης, ξέρω... - που είχε η μητέρα σου κρεμαστεί από το φωτιστικό του σαλονιού σας.Γύρισες από το φροντιστήριο και έτρεξες να μου τηλεφωνήσεις να έρθω. Δεν υπήρχε άλλος κανείς να σε ακούσει να ουρλιάζεις. Κοιτούσα το πτώμα περιμένοντας το ασθενοφόρο και προσευχόμουν να είναι ακόμα ζωντανή χωρίς στο βάθος να το πιστεύω - ήταν κιόλας σαν πεθαμένη από χρόνια. Από τότε μου έμεινε να προσεύχομαι γι' ανθρώπους πεθαμένους και σχέδια καταποντισμένα,προορισμένα να πεθάνουν πριν καν γεννηθούν.Μήπως και συμβεί το θαύμα,η αναπάντεχη εύνοια της τύχης. Σε κοιτάζω να βάζεις ζάχαρη στον καφέ, ένα πρόωρα γερασμένο κεφάλι σε ακόμα νεανικό και όμορφο σώμα. Δε σκαλίζουμε το παρελθόν αν και αυτό είναι πανταχού παρόν στα τωρινά σου σχέδια που ναυαγούν και ψάχνεις τάχα το γιατί, στους δισταγμούς σου, στους αδιέξοδους έρωτες. Αν ήμουν περισσότερο εξοικειωμένη με το σώμα των ανδρών και αν ήξερα πως δε θα με παρεξηγούσες θα ξάπλωνα μαζί σου,θα σου πρότεινα να ακουμπήσεις πάνω στο στήθος μου και θα σε νανούριζα μ' ένα τραγούδι μέχρι να κοιμηθείς. Αλλά δε θα σε φέρω σε ακόμα πιο δύσκολη θέση. Ακούω για τους έρωτές σου,τα ταξίδια σου,την ανακαίνιση του σπιτιού σου. Ακούω προσεκτικά πίσω από τις λέξεις και κάνω ότι γελάω για να φαίνεται το κλίμα ανάλαφρο.Σκέφτεσαι, μου λες, συνέχεια το Μπαλί και όλα εκείνα αλλά σκέφτομαι πως δε σου κάνει καλό.Φυσικά και δεν στο λέω, δεν είναι ο ρόλος μου αυτός, εγώ λέω μόνο τα ανώδυνα. Δε ρωτήθηκα άλλωστε, σέβομαι το μονόλογό σου γιατί μοιάζει πυρετώδης και δε σου συμβαίνει συχνά να μιλάς πολύ.Ένα από τα αγαπημένα ανώδυνα είναι ο καιρός - πάλι ξανάπιασαν οι ζέστες, καυτός Σεπτέμβρης προβλέπεται,πώς ήταν πέρυσι και πρόπερσι τέτοια εποχή- θυμάσαι;,είναι ωραία η θάλασσα τον Σεπτέμβρη, μπουρ μπουρ μπουρ και τα σχετικά κλασικά εικονογραφημένα...Μου λες να πάμε για ψώνια,θες να αγοράσεις κάτι και χρειάζεσαι τη γνώμη μου.Πάμε λοιπόν.

04/09/2009

καθώς μπαίνουμε στο φθινόπωρο...

31/08/2009

mistral gagnant

Ah... m'asseoir sur un banc
cinq minutes avec toi
et regarder les gens
tant qu'y en a
Te parler du bon temps
qu'est mort ou qui r'viendra
en serrant dans ma main
tes p'tits doigts
Pi donner à bouffer
à des pigeons idiots
leur filer des coups d'pied
pour de faux
Et entendre ton rire
qui lézarde les murs
qui sait surtout guérir
mes blessures
Te raconter un peu
comment j'étais, mino
les bombecs fabuleux
qu'on piquait chez l'marchand
car en sac et Mintho
caramels à un franc
et les Mistral gagnants
Ah... marcher sous la pluie
cinq minutes avec toi
et regarder la vie
tant qu'y en a
Te raconter la Terre
en te bouffant des yeux
Te parler de ta mère
un p'tit peu
Et sauter dans les flaques
pour la faire râler
Bousiller nos godasses
et s'marrer
Et entendre ton rire
comme on entend la mer
s'arrêter, repartir
en arrière
Te raconter sur
tout
les Carambars d'antan
et les coco-boërs
et les vrais roudoudous
qui nous coupaient les lèvres
et nous niquaient les dents
et les Mistral gagnants
Ah... m'asseoir sur un banc
cinq minutes avec toi
regarder le soleil
qui s'en va
Te parler du bon temps
qu'est mort et je m'en fous
Te dire que les méchants
c'est pas nous
Que si moi je suis barge
ce n'est que de tes yeux
car ils ont l'avantage
d'être deux
Et entendre ton rire
s'envoler aussi haut
que s'envolent les cris
des oiseaux
Te raconter enfin
qu'il faut aimer la vie
et l'aimer même si
le temps est assassin
et emporte avec lui
les rires des enfants
et les Mistral gagnants



26/08/2009

ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα,παρακαλώ...


25/08/2009

το μέλλον...

24/08/2009

...που χάθηκε στη σκόνη

πιλοτικές ασκήσεις θάρρους εν μέσω θέρους

Από την καυτή, στην κυριολεξία, επικαιρότητα:
Το γράμμα του νόμου ξεκινάει από γάμα. Από κει και μετά επιλέγεις άρθρο.

23/08/2009

το λιβάδι που δακρύζει (χωρίς σχόλια,λόγω επικαιρότητας...)

18/08/2009

15/08/2009

11/08/2009

η κλειδούχος ή κλειδοκράτορας


Αυτές τις μέρες κρατάω τα κλειδιά κάποιων διαμερισμάτων της πολυκατοικίας και νιώθω σαν τη φράου Χέλγκα που τα κραδαίνει και μπαίνει φουριόζα πότε στο ένα διαμέρισμα και πότε στο άλλο. Δεν είναι δικά μου και τα κουβαλάω μαζί μου από φόβο μην παραπέσουν. Οι ένοικοι έφυγαν για διακοπές, άλλος τριήμερο, άλλος εβδομάδα, άλλος περισσότερο. Μου εμπιστεύθηκαν τα κλειδιά τους. Ξεκλειδώνω βιαστικά τα διαμερίσματα και αν δε με γνώριζαν οι υπόλοιποι εδώ, θα με έπαιρναν για κλέφτη, έτσι όπως εισβάλλω σε περίεργες ώρες της ημέρας ή της νύχτας - όταν μπορώ τελοσπάντων. Ποτίζω φυτά. Μαζί με τα δικά μου, ανοίγουμε άνετα εδώ ένα φυτώριο. Είμαστε η πράσινη πολυκατοικία!. Κάθε διαμέρισμα είναι φυσικά διαφορετικό - έχει το δικό του χρώμα, τη δική του, αποκλειστική μυρωδιά. Στης Ντίμης κάθομαι για λίγο στο εργαστήριο,περιεργάζομαι τα χρώματα, μυρίζω την κλεισούρα,βλέπω τα τελάρα, τους πίνακες στους τοίχους. Δεν έχει μείνει εκατοστό ακάλυπτο,παθαίνω ζαλάδα όταν ανοίγω τα φώτα και κοιτάζω ένα γύρω.
Στο άλλο διαμέρισμα, ο Χρήστος έχει πάνω στο γραφείο το νέο βιβλίο του,ποιήματα που θα εκδοθούν σύντομα, κάποια άλλα γραπτά.Φεύγοντας μου έδωσε οδηγίες για τις γλάστρες, να καθήσω αν θέλω εκεί και να διαβάσω ό,τι έχει γράψει. Η θέα από το παράθυρό του είναι εκπληκτική. Παίρνω τα γραπτά και βγαίνω να τα διαβάσω στη βεράντα.Πάνω στο γραφείο η πίπα του, μια πένα με την οποία γράφει με μωβ μελάνι, ένας δεύτερος σκελετός γυαλιών.
Κατεβαίνοντας από το ρετιρέ, το άλλο διαμέρισμα δεν έχει πολύ ενδιαφέρον για μένα, είναι γεμάτο από αντικείμενα που δε μου αρέσουν - άρα πηγαίνω και ποτίζω τις λίγες γλάστρες μηχανικά, βγαίνω κατευθείαν στο μπαλκόνι, μετά κλειδώνω και φεύγω το ίδιο βιαστικά όπως μπήκα.
Από κάθε όροφο σκύβοντας φαίνεται διαφορετικός κάτω ο δρόμος,τα δέντρα,τα αυτοκίνητα αν και στην ουσία πρόκειται για την ίδια εικόνα.Κάθε ένοικος,που τυχαίνει βέβαια να είναι και φίλος, μου έχει αφήσει κάτι διαφορετικό, εν είδει δώρου, γι αυτήν την "εξυπηρέτηση" - άνοιξε το ψυγείο!,γράφει η Ντίμη με τα στρογγυλά,παιδικά της γράμματα.Έχει κάτι για σένα!Βρίσκομαι μπροστά σε ένα αμαρτωλό προφιτερόλ, από γνωστό ζαχαροπλαστείο.Άνοιξε το τρίτο συρτάρι του γραφείου,έχει κάτι για σένα,γράφει ο Χρήστος με τη βυζαντινή γραφή. Μου έχει κάτι στα γαλλικά, κάτι που θα μ' ενδιέφερε να το διαβάσω και το ξέρει,γι αυτό και μου το χάρισε.
Ξανάπιασα να διαβάζω την καρδιά της Μαργαρίτας. Μου αρέσει ο Αλεξάκης - εκτός των άλλων θα του έλεγα ότι μου φαίνεται "καθησυχαστικός" υπό μια έννοια.Τι εννοείς; - θα με ρωτούσε παραξενεμένος - παίρνοντας μια ρουφηξιά από την πίπα του και μεγαλώνοντας κι άλλο τα υγρά του μάτια.Θα του εξηγούσα.Θα καταλάβαινε, θα κουνούσε το κεφάλι κι ύστερα θα πηγαίναμε στη Δημοκρίτου για φαγητό. Κοντεύει Δεκαπενταύγουστος, απολαμβάνω την ησυχία των ημερών.Και ψαύοντας τα τόσα κλειδιά στις τσέπες, θέλω να σου πω πως δε μπορεί, δε γίνεται να μη βγάζει πουθενά, σ' ένα ξέφωτο, αυτό το σκοτάδι.

08/08/2009

08 - 08 - 1978


Σα σήμερα πέθανε, 31 χρόνια πριν, η γιαγιά από την πλευρά του πατέρα. Το γεγονός ήρθε να μας το αναγγείλει η άλλη μας γιαγιά, που ζούσε μαζί μας. Κορίτσια, σηκωθείτε - είπε - πέθανε η γιαγιά σας!. Είχε ακόμα πρωϊνή δροσιά,δε θα ταν περισσότερο από 8 το πρωί. Με την αδελφή μου κοιμόμασταν στη μεγάλη βεράντα του σπιτιού, όπως το συνηθίζαμε κάποια ζεστά βράδια του καλοκαιριού. Πετάχτηκα πρώτη και κοίταξα τη στέγη με τα κεραμίδια των απέναντι μέχρι να καταλάβω τι γίνεται και να ξυπνήσω τελείως. Ήμουν παιδί και αυτή η γιαγιά δε ζούσε μαζί μας, οπότε δε θυμάμαι να ένιωσα με την είδηση του θανάτου της κάτι περισσότερο από συμπάθεια με την έννοια της συμπόνιας για εκείνη που είχε φύγει και λύπη περισσότερο για τον πατέρα μου που ήταν γιός της και που ήξερα πως, όταν θα τον έβλεπα, θα ήταν θλιμμένος. Αργότερα θυμάμαι έντονα τα χείλη της γιαγιάς στο φέρετρο, σαν σφραγισμένα αλλά ενωμένα μεταξύ τους απαλά και στη μέση μια αχνή λευκή γραμμή. Πίστευα πως είχε πιεί γάλα λίγο πριν πεθάνει και δεν είχε προλάβει να σκουπίσει τα χείλη της. Έτσι έμοιαζε. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα νεκρό. Φορούσα ένα φόρεμα που μου είχαν πάρει στην Τυβίγκη - στο χρώμα της καστανής ζάχαρης και από τη μέση και κάτω είχε μικρά καφετί λουλούδια. Έδενε στη μέση προς τα πίσω με μια φαρδιά υφασμάτινη ζώνη και είχε φουσκωτά μανίκια. Καθόμουν στο πεζούλι με τα πρώτα ξαδέλφια μου και λέγαμε αυτά που λένε τα παιδιά μεταξύ τους μέχρι να τους κάνουν κάποιο σήμα οι μεγάλοι, μπορεί να λέγαμε και αστεία. Όταν βγήκε ο πατέρας μου στο κεφαλόσκαλο και μετά ξεκίνησε η πομπή προς την εκκλησία σταματήσαμε να μιλάμε με τα ξαδέλφια γιατί καταλαβαίναμε ήδη ότι έπρεπε να είμαστε σοβαροί σαν τους μεγάλους.Θυμάμαι αρκετά πράγματα, λεπτομέρειες.Τα πρησμένα από το κλάμα μάτια της μητέρας μου, τα στενά ολόμαυρα ρούχα που πρώτη φορά τα έβλεπα φορεμένα πάνω της και που τόνιζαν τα πράσινα μάτια της και τη λεπτή της μέση, τη μυρωδιά από το λιβάνι στην εκκλησία,τον πατέρα μου που έμοιαζε ανακουφισμένος καθώς η γιαγιά δεν πονούσε πια άλλο.Θα παρευρίσκεσαι στην ταφή; - με ρώτησε η μητέρα μου αργότερα. Δεν ξέρω - απάντησα. Είναι θέμα δικό σου - είπε. Δεν ήξερα τι να αποφασίσω. Με ρωτούσε πάντα σα να απευθυνόταν σε μεγάλο άνθρωπο και δεν το έβρισκα απαραίτητα κακό αυτό. Εφόσον είχα το περιθώριο της επιλογής αποφάσισα να μην και επέστρεψα στο σπίτι του θείου με τα πόδια, μαζί με κάποια από τα ξαδέλφια μου. Πού είναι τώρα η γιαγιά γιατί δεν έχω καταλάβει... - ρώτησε μετά στο τραπέζι η πεντάχρονη εξαδέλφη μου, Δήμητρα. Η γιαγιά είναι στον ουρανό - της απάντησε η επτάχρονη αδελφή της με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Εγώ ήμουν εννιά και απαθής παρακολουθούσα τις "μικρές" να μιλάνε. Μετά φάγαμε παγωτό κι εκεί έκλεισε το θέμα.

06/08/2009

Πιστεύω πως...


το χειρότερο πράγμα που μπορείς να πάθεις με έναν κάποτε δήμιο ή έναν πρώην βασανιστή είναι όταν έχει γεράσει πια. Κι εκεί που ορκιζόσουν ότι δε θα υπήρχε έλεος ξεπροβάλλει τώρα ο οίκτος, που είναι χειρότερος κι από τιμωρία.

28/07/2009

"ανθρωπίλα"


Στην κηδεία του θείου, μεσούντος του καλοκαιριού και των αδειών, εκατοντάδες άτομα ήρθαν να συλλυπηθούν. 40 βαθμοί, μπορεί και παραπάνω. Επιστρατεύθηκαν κοστούμια, γραβάτες, και για τις γυναίκες ταγιέρ και πολλή λακ στα μαλλιά για την περίσταση. Όταν είχε φθάσει πια απόγευμα, ο πατέρας μου, σε μια ιδιωτική στιγμή, ξέσφιξε τη γραβάτα του και σκύβοντας μου είπε: "τώρα που φεύγουν όλοι σιγά-σιγά, πάμε στο σπίτι να πλυθούμε, να βγάλουμε από πάνω μας αυτή την ανθρωπίλα..." - έτσι ακριβώς το είπε, με μιαν έκφραση αηδίας στο πρόσωπό του . Ιδρώτας ανακατεμένος με κραγιόν, με μύξες, με δάκρυα, με πούδρες, με ταλκ. Πάνω στο πρόσωπό μας όλα αυτά, καθώς μάς έσφιγγαν το χέρι, έπεφταν πάνω μας, μάς φιλούσαν στο μάγουλο. Μου έκαναν εντύπωση τα λόγια του, συνήθως χρησιμοποιεί ηπιότερο τόνο και εκφράσεις. Αλλά φαίνεται πως δεν άντεχε άλλο. Η προτροπή του με ενθουσίασε - πάνω που σκεφτόμουν κι εγώ παρόμοια αλλά δεν τολμούσα να το πω.
Παρατηρώ όλο και περισσότερο την ψυχική μου εγγύτητα με τον Schopenhauer, με τη διαφορά ότι εγώ δεν είμαι ούτε φιλόσοφος ούτε γενικά σοφή.Όλο και περισσότερο οι άλλοι με απωθούν με τις - συνήθως άσχημες - μυρωδιές τους, το ναρκισσισμό τους, τη "γουρουνιά", την αδιακρισία, το θράσος, τα ψεύτικα χαμόγελα, την αρπακτικότητα στο βλέμμα τους. Οι νέες γνωριμίες με αφήνουν συνήθως αδιάφορη, μπορεί να ' ναι σημάδι ότι μεγαλώνω και ότι όλα επαναλαμβάνονται - δεν υπάρχει πια παρθενική θέαση των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα, διψώ για πραγματική επικοινωνία - αυτήν που εννοώ εγώ πραγματική - αλλά ομολογώ πως είναι κάτι το σπάνιο μεταξύ ενηλίκων καθώς συχνά υπάρχουν αφορμές για να παρεξηγείται. Στην αγορά παίζονται σκληρά παιχνίδια. Μπορεί να "φταίει" και η δομή του χαρακτήρα μου. Δε με ενοχλεί τόσο για να το αλλάξω, μια διαπίστωση κάνω, απλώς καταγράφω τη σκέψη μου σα να μιλούσα με τον εαυτό μου.

25/07/2009

αποσπάσματα και εικόνες...

" Γρήγορα. Προτού ξεθωριάσουν οι εικόνες. Ή σταματήσουν άξαφνα - κι η ταινία η φθαρμένη κοπεί."
(από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου", Ο. Ελύτη)

Η μητέρα μου, νέα, κατεβαίνει την ξύλινη εσωτερική σκάλα με μια στοίβα ρούχα στην αγκαλιά της. Είναι καλοκαίρι. Είμαι κάτω, στο τελείωμα της σκάλας και τη βλέπω. Ξαφνικά, στο γύρισμα του σκαλοπατιού, διπλώνεται το πόδι της και πέφτει άσχημα. Ψιθυρίζει κάτι από εκεί που είναι αλλά δε μπορώ να ακούσω ούτε να καταλάβω τι λέει. Θυμάμαι το συναίσθημα.Της προτείνω να τηλεφωνήσω στη θεία μου για βοήθεια. Πεθαίνω..., λέει η μαμά με σβησμένη φωνή και με τάση λιποθυμίας. Όχι τώρα, σε παρακαλώ, πέθανε μετά αλλά όχι τώρα!, φωνάζω έντρομη.
Μετά το σχολείο μου, άνοιξη, ο πατέρας μου κι εγώ ερχόμαστε στο σπίτι το μεσημέρι για φαγητό. Προπορεύομαι κι εκείνος ακολουθεί με κάτι στα χέρια του - ίσως εφημερίδες και βιβλία. Ξαφνικά ακούω φρένα να στριγγλίζουν στην άσφαλτο και τον πατέρα μου σχεδόν γονατισμένο στο πεζοδρόμιο, με μια έκφραση πόνου στο πρόσωπό του. Παραπάτησε και έπεσε. Χτύπησε και μάτωσε το πόδι του. Πήγαινε πες της μαμάς να έρθει και φέρε μου οινόπνευμα, λέει, κάνοντας γκριμάτσες που δείχνουν ότι δεν αντέχει. Η μητέρα μου από το θόρυβο βγαίνει στο κεφαλόσκαλο, σκύβει , με βλέπει και ρωτάει: τι συμβαίνει;. Έλα κάτω, της λέω, χτύπησε ο μπαμπάς.
Καλοκαίρι του 86. Φοβερή ζέστη. Βράδυ. Είμαστε στο υπνοδωμάτιο με την Δ. Ξαφνικά γυρίζει, βγάζει απότομα το κίτρινο πουκάμισό της και κλαίγοντας μού δείχνει το γυμνό της στήθος. Κοίτα τα!, μου λέει με αναφυλλητά, εσύ τα βλέπεις καλά; Κοίτα πώς έγιναν... Μια χαρά είναι!, λέω, και κρύβω κάπως την αλήθεια και την ταραχή μου. Δεν είναι,δεν είναι!, χτυπιέται και φωνάζει. Είμαστε σαν μόνες.
Καλοκαίρι του 93. Μόνη στο σπίτι με τη γιαγιά για λίγες μέρες. Βαριακούει. Από το καφασωτό με τη βουκαμβίλια ακούγονται πατήματα μέσα στη νύχτα, έχω ανοίξει τα παραθυρόφυλλα επίτηδες για να ελέγχω σαν λαγωνικό κάθε ύποπτη κίνηση ή θόρυβο. Είμαι ακόμα άυπνη, έχοντας από χρόνια ξεσυνηθίσει τους ήχους του πατρικού σπιτιού. Η γιαγιά στο δωμάτιό της κοιμάται του καλού καιρού. Ξαφνικά κάποιος αισθάνομαι πως ανεβαίνει τη σκάλα της κουζίνας. Ακούω καθαρά πατήματα.Πηγαίνω στο δωμάτιό της, τη σκουντάω κι εκείνη με κοιτάζει περίεργα: αυτό, το άκουσες;;; - τη ρωτάω επίμονα, με αγωνία. Τι ήταν αυτό, μου λες;;;... Α μπα - κάνει ότι ξέρει ήδη για ποιο πράγμα της μιλάω ενώ δεν έχει ιδέα - τίποτα! Τα φύλλα που τα κουνάει ο αέρας, θα ναι, πέσε κοιμήσου λέει, απαθής, η γιαγιά, εντείνοντάς μου τον φόβο και την υποψία ότι σε κείνο το τεράστιο σπίτι ήμουν στην ουσία μόνη μου εκείνη τη νύχτα.
Σεπτέμβρης του 86, κοιμάμαι με ανοιχτά παράθυρα με μια συνονόματη κάπου στα Ιλίσια. Το κρεββάτι είναι μονό και περιμένω πότε να ξημερώσει για να φύγω. Είναι άβολα. Έχει καύσωνα. Θα φύγω, της λέω, αρκεί να βρω ταξί. Μείνε, μου λέει, να πάμε αύριο στο φαρμακείο να πάρουμε μαζί το τεστ γιατί μόνη μου ντρέπομαι.Καλά κάνω και κάθομαι στ αυγά μου, λέω από μέσα μου, και με παίρνει ο ύπνος κάπου πάνω στα πλευρά της.
Δεύτερη επίσκεψη στο γραφείο του Σ. Αν θέλεις, μου λέει, μείνε εδώ κι εγώ θα κατεβώ με τη μηχανή στο Σύνταγμα, θα αφήσω ένα πακέτο και θα ρθω αμέσως εδώ. Εντάξει, του λέω και χαζεύω τα βιβλία του ώσπου να γυρίσει.Θυμάμαι έντονα το ύφασμα του καναπέ.Ξεκλειδώνει μισή ώρα μετά και μου χαμογελάει. Εντάξει;- με ρωτάει.
Νοέμβρης του 96, Παρίσι, και περιμένω για πρώτη φορά την Μ. να φανεί εκεί που δώσαμε ραντεβού. Αγωνιώ αν όλα έχουν πάει καλά, αν προσγειώθηκε το αεροπλάνο στην ώρα του. Στην έξοδο του μετρό ακούω μια φωνή να λέει το όνομά μου και δάκρυα μου έρχονται στα μάτια. Της κουνάω το χέρι και της κάνω σήμα να περάσει απέναντι. Έρχεται, αγκαλιαζόμαστε δυνατά, της παίρνω τη βαλίτσα και συνεχίζουμε μέχρι τον προορισμό μας.
Αρχές περίπου της δεκαετίας και ο Σ. έρχεται για τελευταία φορά σε αυτό το σπίτι.Του κάνω δώρο την αιωνιότητα και μια μέρα - προφητικό.Τι καλή ψιψίνα!,λέει για την Αρχοντούλα, και βλέπει το σπίτι αχόρταγα.Τα μεγάλα του μάτια αγκαλιάζουν το χώρο, μετά εμένα. Φεύγοντας, κλειδώνω την πόρτα και κατεβαίνουμε μαζί. Στο ασανσέρ ρωτάει: έχεις διαβάσει την Κασάνδρα και τον λύκο;.Του απαντώ πως έχω διαβάσει όλα τα υπόλοιπα της Καραπάνου. Χαμογελάει αινιγματικά, μετά τον βλέπω να φεύγει πάνω στη μηχανή του.
Χειμώνας 2006, φοβερό κρύο κάπου στην Ευρυτανία.Έχω κάνει ένα μεγάλο ταξίδι μόνο και μόνο για να τους δω. Είμαι ερωτευμένη. Η Μ. ανοίγει την πόρτα του σπιτιού, με κοιτάζει που παρκάρω μέσα στο χιόνι και χαμογελάει. Μάλλον χαίρεται που έφτασα επιτέλους. Έρχεται, τυλιγμένη στο άσπρο μπουφάν της, με αγκαλιάζει. Είναι η πρώτη φορά που έρχομαι ως εδώ με το αυτοκίνητο!, της λέω στο αυτί σαν παιδί που παραδέχεται το λάθος του ή που εξομολογείται κάτι. Ίιιιιιιι!, λέει, δεν έπρεπε να έρθεις τότε, πώς ήρθες παιδάκι μου με αυτόν τον καιρό;! Με βάζει στο σπίτι μετά, να ζεσταθώ.

17/07/2009

χωρίς θέμα

Της Αγίας Μαρίνας ανήμερα ήταν η γιορτή που γλύκαινε σχεδόν κάθε χρόνο τον πικρό ερχομό μου στην Ελλάδα, ύστερα από ένα μήνα διακοπών στο εξωτερικό. Και λέω "γλύκαινε" γιατί ξανάβρισκα τα ξαδέλφια μου, τους έδειχνα ό,τι είχα πάρει σε καραμέλλες και τσίχλες, τα μοιραζόμασταν, ξαναβρίσκαμε τα παιχνίδια μας από εκεί που τα είχαμε αφήσει. Κατά τα άλλα ήταν πικρός ο ερχομός γιατί σηματοδοτούσε και το τέλος της ελευθερίας μου. Αργότερα η Μαρίνα έγινε η αγαπημένη μου δύο φορές - τη μία ήταν η Μαρίνα των βράχων, η άλλη η Μαρίνα πράσινό μου αστέρι και μιλώ για τα δύο ποιήματα του Ελύτη και το αγαπημένο του γυναικείο όνομα.Να, έχω τώρα και μιαν άλλη Μαρίνα στο νου, την κόρη του Καραγάτση με το πρόσφατα βραβευθέν βιβλίο της. Τα τζιτζίκια έξω ξανάρχισαν το τραγούδι τους και σε ενημερώνω, Λενούλα - δε θυμάμαι αν στο είπα τις προάλλες - ότι ζουν μέσα στο χώμα για 17 ολόκληρα χρόνια ως κάμπιες. Περιμένουν το φως για λίγο μόνο. Ερωτεύονται, αναπαράγονται, ζουν και πεθαίνουν μέσα σε ένα με δύο μήνες. Κι όλο αυτό άξιζε, φαίνεται, τόσα χρόνια αναμονής. Όταν απελπίζομαι και για να μην ξεχνιέμαι, γυρνώ στη φύση και σκέφτομαι άλλοτε τα τζιτζίκια, άλλοτε την υπομονή του γαϊδάρου, άλλοτε την πίστη και αφοσίωση που βλέπεις στα μάτια ενός σκυλιού.
Δε με νοιάζει η έκταση της ανάρτησης απόψε. Είναι σα να γράφω για μένα. Ας είναι και ασυναρτησίες ή φαινομενικά ασύνδετα πράγματα μεταξύ τους. Το θέμα είναι ελεύθερο, που λέγαμε και στο Λύκειο. Δε με αγαπάς, υπεκφεύγεις! - αν με αγαπούσες όσο λες, θα νοιαζόσουν και θα με έβλεπες ένα χρόνο τώρα, θα συναντιόμασταν, μου έγραψε σήμερα ένα πρόσωπο που λάτρεψα κάποια χρόνια πριν. Πώς να σου εξηγήσω ότι ακόμα νιώθω μεγάλη αγάπη και τρυφερότητα για σένα χωρίς να χρειάζεται πια να σε βλέπω όπως τότε; Βάλε να ακούσεις Τρύπες , τη Γιορτή - είναι η αγάπη ένα ταξίδι από γιορτή σε γιορτή και λίγο πιο κάτω αλλάζει και λέει είναι η αγάπη ένα ταξίδι από πληγή σε πληγή. Κάπου εκεί κινούμαστε όλοι. Ο χρόνος και οι πληγές μάς αλλάζουν άθελά μας, εν αγνοία μας, μας μουδιάζουν - αυτό έχω πάθει. Δεν είναι απαραίτητα κακό. Σου φιλώ το κεφάλι, σε μυρίζω, και χώνω το πρόσωπό μου μες στις παλάμες σου, όπως και τότε, αλλά χωρίς καμία διάθεση ερωτική.Τον τελευταίο χρόνο νιώθω πως με κουράζει η ανούσια ομιλία, όλο και λιγότερο συνομιλώ πραγματικά με τους ανθρώπους. Εγώ, που μπορούσα να μιλάω με τις ώρες με ένα πρόσωπο στο τηλέφωνο. Κάποτε. Τώρα προτιμώ τη γραφή, εκεί συγκεντρώνομαι, ακούω τον εαυτό μου να απαγγέλει από μέσα μου και τα πλήκτρα να χορεύουν κάτω από τα δάχτυλά μου. Βλέπω τα φυτά έξω πώς θέριεψαν,βλέπω τα μάτια των αγαπημένων μου γάτων που έχουν μεταλλαχθεί σε σκυλίσια, όλο στοργή και αφοσίωση.Πίνω ένα παγωμένο τσάι, χαϊδεύω απαλά τους υδρατμούς που κυλάνε σαν ιδρώτας από πάνω προς τα κάτω στο ποτήρι, ακούω ένα κομμάτι κλασικής μουσικής και όλα αυτά μου φτάνουν,νύχτα Παρασκευής. Χαίρομαι που κανείς δεν ενοχλεί αυτή την ησυχία, που δε βιάζει την ηρεμία. Μήπως παίρνω ληγμένα; Να θυμηθώ να ελέγξω την ημερομηνία λήξεως στο φάρμακο πριν πέσω για ύπνο.