22/7/16

19



Mε περίμενε με τη μαμά κάτω, στο συντριβάνι - από μακριά φαινόταν ένα ζευγάρι μιας κάποιας ηλικίας σ' ένα καλοκαιρινό πρωϊνό, από κοντά ήταν οι γονείς μου. Για λίγα δευτερόλεπτα, από τη στιγμή που μου έγιναν αντιληπτοί μέχρι να παρκάρω πρόχειρα κοντά τους, έριχνα κλεφτές ματιές μέσα από τα γυαλιά ηλίου. Δεν ξέρω για πόσο ακόμη θα είναι μαζί και αυτό, από μόνο του, εκτός από στενάχωρο τους κάνει και πιο σημαντικούς. Τώρα αρχίζω να προσέχω λεπτομέρειες πάνω τους που παλιά θα τις προσπερνούσα - αν όχι θα με ενοχλούσαν. Τώρα οι μικρές λεπτομέρειες φαίνονται, ανάλογα, χαριτωμένες, αστείες, καθησυχαστικές, ανησυχητικές - πάντως άξιες παρατήρησης.
Μια μικρή αμηχανία στην αρχή αλλά την προσπέρασα όπως προσπέρασα τα μπροστινά, αργά αυτοκίνητα με τους νυσταγμένους οδηγούς. Έτρεμα κι εγώ από την αυπνία αλλά δε χρειαζόμουν καφέ. Ο μπαμπάς, λίγο επιφυλακτικός στην αρχή, όπως ταιριάζει - δίκαια - στην ιδιότητα του φιλοσόφου που του έχει αποδοθεί, κάθισε λίγο αργότερα πιο αναπαυτικά και με ρώτησε πώς είμαι, τι κάνω, τι με κάνει χαρούμενη. Τα φάρμακα και ο χρόνος τον έχουν κάνει ακόμη πιο στωϊκό, πιο υπομονετικό ίσως, πιο προσηνή. Δυσκολεύτηκε να βάλει τη ζώνη, έπρεπε να τον βοηθήσω εγώ. Στο μυαλό μου περνούσε η σκέψη-φράση που είχα διαβάσει και που μου είχε επιβεβαιώσει αργότερα και ο Γιώργος :"πρώτα θα έχουμε ένα ξαφνικό πάγωμα στο περπάτημα". Φοβόμουν ότι θα συνέβαινε εκείνη τη μέρα και ήμουν σε επιφυλακή. Στο δρόμο μου είπε πολλές ευχές με την κυρίαρχη να είναι το να είμαι πάντα ευλογημένη και κάθε μου βήμα να είναι "επ'αγαθώ''.Οι ευχές έρχεται χρονική στιγμή που σε λυπούν γιατί όσο όμορφες είναι, τόσο περισσότερο σκέπτεσαι ότι σίγουρα λιγοστεύουν, λόγω χρόνου, και έχεις ίσως και μια υποψία μήπως είναι από τις τελευταίες που ακούς από το συγκεκριμένο άτομο. Μοιάζει με ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα στην παραλία, τη στιγμή που βλέπεις ότι ο ήλιος δύει πίσω από τα βουνά και το σκοτάδι αρχίζει και πέφτει γρήγορα, με γρήγορο ρυθμό. Το φως λιγόστευε σταδιακά αλλά εσύ δεν του έδινες σημασία μέχρι μια δεδομένη στιγμή που δε μπορείς πια να το αγνοήσεις.
Βγήκε με κόπο από το κάθισμα του συνοδηγού και όχι μόνο μια φορά. Πήγαμε σε όλα τα ραντεβού του, στα εύκολα και στα λιγότερο εύκολα. Από το ένα ραντεβού στο άλλο, είχε τη γνώριμη συστολή που έχω κι εγώ, όταν κάποιος με εξυπηρετεί και αισθάνομαι ότι ίσως να τον κουράζω ή τελοσπάντων να του παίρνω από το χρόνο του. Είμαι η κόρη αυτού του πατέρα, αναγνωρίζω πλήρως εδώ το πώς αισθάνεται. "Χαίρεσαι, μπαμπά;;;" - τον ρωτούσα, ακουμπώντας τον στο πόδι και χαϊδεύοντάς τον απαλά, όπως όταν μου έκανε εκείνος όταν ήμουν παιδί και οδηγούσε ενώ εγώ κοιτούσα το τοπίο αμίλητη.  Σιωπή τώρα απλωνόταν μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου και δεν ήξερα αν προέρχεται από κούραση ή από κάτι που δε μπορούσα να μαντέψω.
Στην επιστροφή μου είπε κάποια αστεία, δοθείσης της ευκαιρίας, από τη ζωή στο χωριό του όταν ήταν παιδί και οι εμβληματικές φυσιογνωμίες των συγχωριανών του ζωντάνεψαν ξανά στα μάτια μου, για πολλοστή φορά. Μου συμβαίνει συχνά τώρα να τον παροτρύνω να μου αφηγηθεί ξανά ένα στιγμιότυπο από τον Δείνα ή από τον Τάδε και κάθε φορά γελάω σα να είναι καινούρια αυτά που ακούω. Παπαδιαμαντικές φιγούρες μιας άλλης εποχής. Ίσως γι' αυτό και το περιβάλλον του Παπαδιαμάντη να ήταν για τον μπαμπά τόσο οικείο.
"Μπαμπά, σ' αγαπώ, το νιώθεις;;;" - του είπα, αποχαιρετώντας τον, νωρίς το απόγευμα.
"Εγώ περισσότερο...", είπε σιγανά, κοιτώντας κάτω χωρίς να απαντήσει, ακριβώς, στην ερώτηση. Αλλά είχα καλυφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου