5/10/14

 
 
 
Από την είσοδο μέχρι την έξοδο μέτρησα κάπου σαρανταπέντε οργυιές. Λάσπη παχιά, όπου φορές εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο ή, αλλού, χώμα κατάξερο και πατημένο. Ο αέρας, δροσερός, μετά τη μπόρα, με χάιδευε στο πρόσωπο, ανακάτευε κι άλλο τα μαλλιά μου. Αναζητούσα σημάδια, ίχνη μιας παλιάς εποχής μέσα στις αποθήκες με τα πιθάρια και το λέβητα. Εδώ το κόκκινο ποδήλατο, εκεί οι κίτρινες ρακέττες, οι στροφές γύρω από τις τσιμεντένιες κολώνες και τα θεμέλια. Οι πόρτες, καλολαδωμένες, δεν έτριζαν αλλά πού και πού έβλεπες ιστούς αράχνης πάνω τους. Έτεινα με προσοχή το αυτί μου ν ακούσω κάποιο ψίθυρο ή έναν αντίλαλο, μια φωνή, κάτι. Τίποτα. Κανένα σημάδι στους τοίχους, στο δάπεδο ή στον αέρα ότι εδώ κάποτε υπήρξε χώρος μαρτυρίου. Μέχρι που σκέφτηκα παιδιά να τρέχουν και να γελάνε ανέμελα. Στάθηκα στην άκρη χαμογελώντας, σαν τον ξενιτεμένο που επιστρέφει κάποτε και ατενίζει ό,τι στερήθηκε, με την ικανοποίηση ότι ο κύκλος ολοκληρώθηκε.

5 σχόλια:

  1. @Hfaistiwnas:

    Απ' ό,τι μαθαίνω έχεις πονοκεφαλιάσει τους αρχαιολόγους της Αμφίπολης.
    :-)
    Καλημέρα επίσης!
    Φιλιά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ναι ναι, είναι ο τάφος μου; Δεν είναι; Ποιός ξέρει.. ούτε εγώ! Αλλά θα τους κάνω να φτύσουν αίμα μέχρι να μπουν μέσα!
    Φιλιά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή