15/12/11

Οι 'Ωρες

Ωγκύστ. Ο ποιητής διάβαζε αυτάρεσκα αλλά προσεκτικά τα γράμματα που λάμβανε, καμιά φορά δύο και τρεις φορές για να θυμάται μετά επακριβώς τα λόγια της φίλης την ώρα που οδηγούσε στους πηγμένους δρόμους της πόλης. Επανελάμβανε από μέσα του τις λέξεις ξανά και ξανά, τόσο που θα έλεγες ότι στο τέλος είχε μάθει αυτολεξεί την κάθε επιστολή. Κάποτε ζήτησε από τη γυναίκα που την είχε προσλάβει ως γραμματέα του και οικιακή βοηθό συνάμα να του γράψει κάθε επιστολή στο δημοσιογραφικό ώστε να πατάει το stop,το forward και όλα τ' άλλα κατά βούληση, σαν τον ψυχίατρο που θέλει να εξετάσει με την ησυχία του και επισταμένως κάθε λεπτή απόχρωση στη χροιά του ασθενούς. Βέβαια η γραμματέας πίστευε ότι εκείνος ήταν που νοσούσε βαθιά κι όχι η μυστηριώδης άγνωστη γυναίκα στη ζωή του αλλά δεν ήταν η θέση της για να του το εξομολογηθεί αυτό - ούτε καν η ώρα. Κίτρινοι φάκελλοι παντού πάνω στο βαρύ σκαλιστό γραφείο, πανομοιότυποι, κι άλλοι επίσης μέσα σε συρτάρια που μύριζαν μούχλα, αφημένοι για πολύ καιρό μέσα στο σκοτάδι και την υγρασία. Τους έκανε όλους μια αγκαλιά και σκέφτηκε να καθήσει δίπλα στο σβηστό τζάκι να διαβάσει στην τύχη κάτι, ένα γράμμα από εκείνη, τώρα που η υπόθεση κόντευε να ξεχαστεί. Ένα από τα τελευταία γράμματα: εγώ θα σε περιμένω, του έγραφε, στη Λεωφ.Ποσειδώνος, στο μέρος που ξέρεις και που πηγαίνω κάθε πρωϊνό μετά το μπάνιο - χειμερινή κολυμβήτρια. Έλα μια μέρα να πιούμε έναν καφέ και να μιλήσουμε, αν θέλεις λέω και στον Ωγκύστ να έρθει, θα χαρεί να σε δει. Θέλω να δεις κάτι παλιές φωτογραφίες, στις κρατάω για έκπληξη!Τώρα έχω ένα φωτεινό διάλειμμα, είμαι καλά, συνέχιζε, ποιος ξέρει αργότερα; Θα σου δώσω και κοχύλια που μάζεψα από την παραλία, λίγη άμμο από το τελευταίο ταξίδι στη Βόρεια θάλασσα και ζωγραφιές με αστέρια και πολύχρωμα σπίτια που αιωρούνται. Δε νομίζει ότι ποτέ της απάντησε, ήταν πολύ απασχολημένος με τις δουλειές του και μάλλον με τον εαυτό του.Το συμπεραίνει γιατί μετά άνοιξε και τους υπόλοιπους φακέλλους κι είχαν όλοι παρόμοιο περιεχόμενο. Όταν την κυρίευε η αρρώστεια έγραφε πυρετώδεις λέξεις, ασυνάρτητες - μόνον οι ικεσίες παρέμεναν οι ίδιες. Έλα στο καφέ της Ποσειδώνος για μια φορά!Μια εφημερίδα στην άκρη του γραφείου τράβηξε την προσοχή της. Στη στήλη με τα μνημόσυνα των "επωνύμων" έβλεπε τώρα με παχιά γράμματα τ' όνομα της "ξένης". Είχαν πλέον περάσει δέκα χρόνια από το θάνατό της - πότε κιόλας; - μήπως ήταν και έντεκα; Όσες πληροφορίες και να είχε εκ των υστέρων από τον ίδιο, τα γράμματα της άγνωστης κυρίας και φίλης του δεν της ανήκαν, όπως άλλωστε και τίποτε από κείνο το χώρο. Ας αποφάσιζε ο παλαιοπώλης τι θα τα έκανε. Διπλοκλείδωσε το γραφείο, έβαλε τα γυαλιά του ηλίου για να μη δει την αναστάτωση στο βλέμμα της ο κηπουρός και απομακρύνθηκε ανάλαφρη.

4 σχόλια:

  1. Ωραίο το διήγημα σου.
    Θα προσπαθήσω να το επεξεργαστώ περισσότερο στα όνειρα μου.
    Καλό ξημέρωμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ιστορία από τα παλιά.. κομμάτι των επίπλων και του χρήστη τους..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. @πράσινα άλογα:

    Θα'θελα να μάθω αν το επεξεργάστηκες.Όπως και να έχει,ελπίζω να μην είδες εφιάλτη.
    :)
    Καλό βράδυ από εδώ,να είσαι καλά.



    @Hfaistiwnas:

    Αληθινή ιστορία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ανώνυμος22/3/12

    Δεν σταμάτησαν ποτέ να με αγγίζουν τα κείμενα σου!

    Ειρήνη (με το Σωτηράκη μου)

    ΑπάντησηΔιαγραφή