7/11/11





Αμερική. Αεροπλάνο αλλά κάποια στιγμή και πλοίο. Λέω της Χριστίνας να μην απομακρυνθεί πολύ και πέσει στο νερό. Μιμή, Κατερίνα και Νταίζη. Φτάσαμε βράδυ, 22.45 ακριβώς με τη θερμοκρασία να φτάνει τους 4 βαθμούς. Ανοιχτός  ουρανός. Τηλεφώνησα στον πατέρα να τον ενημερώσω. Ρώτησα τι κάνει η γιαγιά  - είναι χειρότερα, είπε, από τότε που φύγατε, βήχει πολύ.
Την επομένη βρεθήκαμε σ' ένα νεκροταφείο με τις μολυβί όρθιες πλάκες. Κοίταξα ένα γύρω και σκέφτηκα πως  ο τόπος έμοιαζε με Πομπηία. Μα η Πομπηία είναι αυτή!, είπε η Νταίζη, κάπως έκπληκτη που δεν την αναγνώριζα. Ένα σκυλί με έπιασε από το πόδι και δε με άφηνε να προχωρήσω καλά. Δεν ξεκολλούσε το στόμα του από το παντελόνι μου. Σκέφτηκα πως θα'ναι κάτι σαν άγγελος, μια παρουσία από το υπερπέραν, ένα καλό πνεύμα. Κάτι τέτοιο.
Τη μεθεπομένη βρέθηκα στο Campus. Στο γρασίδι και κάτω από σκιά - είχε ανοιξιάτικο καιρό - οι φοιτητές συγκάτοικοι είχαν βγάλει τα μωρά τους να πάρουν αέρα και να τα δει ο ήλιος. Ήταν καμιά 20αριά μαζί, το ένα δίπλα στο άλλο, παρατεταγμένα όπως στους θαλάμους τα νεογέννητα. Πλησίασα και χάιδεψα απαλά στο μάγουλο ένα κοριτσάκι. Του είπα δυό λόγια τρυφερά και προχώρησα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου