15/1/11




Γρήγορα. Προτού ξεθωριάσουν οι εικόνες. ΄Η σταματήσουνε άξαφνα - κι η ταινία η φθαρμένη κοπεί...
Πρέπει να ήταν  Κυριακή του Πάσχα και όλα λάμβαναν χώρα στον προαύλιο χώρο του σχολείου. Κόσμος γνωστός. Ξέφυγα από την αίσθηση της επικείμενης γιορτής και πήγα απέναντι, στο μέρος που είναι οι βρύσες. Από τη δεξιά πλευρά υπήρχε μια πόρτα, ένα άνοιγμα που οδηγούσε στις φυλακές. Ήθελα να πάω να δω τον Μάριο λόγω ημέρας αλλά και επειδή είχαμε καιρό να ιδωθούμε. Πέρασα κάτι σαν καταπακτή, έναν κατηφορικό διάδρομο και μετά βρέθηκα στο σκοτεινό και αποπνικτικό χώρο.Το μέρος φωτιζόταν μάλλον από λάμπες φθορισμού, που έκαναν τα πρόσωπα να φαίνονται άγρια και ξενυχτισμένα. Ο Μάριος με είδε από μακριά, συνομιλούσε με κάτι νεαρούς εκείνη την ώρα που με κοίταξαν παράξενα.Του χαμογέλασα αμήχανα καθώς ερχόταν χαρούμενος προς το μέρος μου. Μάλλον ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενε να δει. Με ξενάγησε στο "σπίτι" του, μου έδειξε τους χώρους. Όταν έφτασε η ώρα να φύγω, ζήτησα από τους φύλακες αν μπορούσαν να μου ανοίξουν. Σκεπτόμουν πως δε θα με άφηναν εύκολα, θα με ρωτούσαν ένα σωρό πράγματα, διαδικαστικά, κλπ όμως τελικά ήταν πιο εύκολο απ' όσο το φανταζόμουν. Στα τελευταία βήματα πριν την έξοδο, με συνόδευαν φίλοι του Μάριου, όλοι τους πολύ ευγενικά παιδιά. Στους ανήλιαγους  διαδρόμους πέσαμε πάνω σε έναν που είχε απαγχονιστεί από ώρες - το σώμα του παγωμένο και με εκδορές, όπως τα ζώα στα σφαγεία, κρεμόταν από ένα σκοινί στα δεξιά μου. Δεν το πρόσεξα αμέσως και έπεσα πάνω του - θυμάμαι ακόμη την αίσθηση του άκαμπτου, παγωμένου σώματος πάνω μου. Ξεκλείδωσαν τη βαριά σιδερένια πόρτα και είδα από μέσα τα γνώριμα πεύκα της αυλής. Τότε ήταν που με κάλεσε ο πατέρας μου στο κινητό - γιατί άργησες τόσο;, ρώτησε.Είχαν, στο μεταξύ, περάσει 3-4 ώρες και βρίσκονταν όλοι στο επιδόρπιο. Θα σου εξηγήσω, του είπα και έκλεισα το τηλέφωνο. Μετά τον είδα να περιφέρεται μαζί με τους υπόλοιπους γύρω από τα τραπέζια σα να είχε αναλάβει προσωπικά το catering. Κάποια στιγμή είδα τον Μίκη. Τεράστιος σαν πλάτανος, ψηλός και με μεγάλες πλάτες. Πήγα κοντά του. Με περίμενε. Στηρίχτηκα στο αριστερό του πόδι με όλο μου το σώμα, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά όταν βρίσκονται δίπλα σε αγαπημένους μεγάλους. Θα μπορούσε να είναι κάτι σαν τοίχος, τόσο δυνατό τον αισθανόμουν. Έσκυψε και με φίλησε στο στόμα, στην πραγματικότητα δάγκωνε απαλά και μετά πιο δυνατά το κάτω χείλος - θυμάμαι ακόμα ολοζώντανη την αίσθηση της θερμότητας και της υγρασίας των χειλιών. Μου χαμογελούσε. Μετά με αγκάλιασε. Μας έβγαλαν φωτογραφία.Αυτό που συγκράτησα περισσότερο από εκείνη τη μέρα ήταν  η ζεστασιά των παιδιών στη φυλακή.

4 σχόλια:

  1. Όνειρο η πραγματικότητα;? Μοιάζει με πραγματικότητα..

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ηφαιστίωνα,
    Νόμιζα πως ο στίχος του ποιητή,πάνω-πάνω και με πλάγια γραφή,θα το καθιστούσε σαφές - όνειρο,είναι η απάντηση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ηφαιστίωνα,
    από το Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου,Οδυσσέας Ελύτης.
    (Σχεδόν στην αρχή).

    ΑπάντησηΔιαγραφή